Το εργοστάσιο γέμισε φαντάσματα
εκεί που μύριζε μπισκότο και κανέλα
κι ούτε μια αλήθεια δεν έχει ακόμα ειπωθεί
το εργοστάσιο δε σταματά
η παραγωγή του είναι απ' το αίμα των εργατών
γι' αυτό θα λειτουργήσει πάλι.
Το εργοστάσιο γέμισε φαντάσματα
εκεί που μύριζε μπισκότο και κανέλα
κι ούτε μια αλήθεια δεν έχει ακόμα ειπωθεί
το εργοστάσιο δε σταματά
η παραγωγή του είναι απ' το αίμα των εργατών
γι' αυτό θα λειτουργήσει πάλι.
Μια καταραμένη σχέση ή έναν έρωτα ιερό
αυτό το φεγγάρι κι ο θολός ουρανός θα φέρει πάλι
ω τις νύχτες σ' ερωτεύομαι απ' την αρχή
και πριν ξημερώσει
αφήνω όλες τις βρύσες ανοιχτές
να πλυθεί απ' τα αίματα αυτό το μισό μου σώμα
κι ο καθρέφτης στο σαλόνι έχει ρωγμή
αλλοιώνει του προσώπου την ουλή
που χρόνια βαριά έχουν σφυροκοπήσει.
Γιατί να θυμάμαι
έναν αριθμό να μου τυλίγει το χέρι όταν γράφω για σένα
προσφέρω την καρδιά
δέχομαι το χτύπημα
προσφέρω αυτό το μισό σώμα
δέχομαι μισό θάνατο για μια βραδιά
για έναν ήρεμο ύπνο.
Στα χονδρά μου δάχτυλα έφτασε η καύτρα του τσιγάρου
οι νύχτες έχουν μικρούς θανάτους
φοράω μαύρα ρούχα και κοιμάμαι
πως ατελείωτα μακραίνει ο λαιμός μου όταν είναι να πω την αλήθεια
δε βγαίνει λέξη μα λυγμός
κι έτσι στις παγωμένες νύχτες πεθαίνω και ξαναπεθαίνω
περιμένοντας τη μέρα
ένα θαύμα.
Κι ήρθε στη γειτονιά μου να σεργιανίσει
εκείνη που 'χει τα χέρια παγωμένα χειμώνα καλοκαίρι
εκείνη που τραυλίζει χρησμούς ακατανόητους πάντα μεθυσμένη
"μια συμφορά μετά τη συμφορά και ξανά συμφορά σε περιμένει" λέει
μα εγώ κοιτώ απ' τ' ανοιχτό παράθυρο τη μαύρη σκιά που την ακολουθεί
ή μια μαυροφορεμένη νύφη
κι αγάπησα μια συμφορά μετά τη συμφορά.
Ικετεύει το κόκκινο φεγγάρι για μια ανθρώπινη ανάσα
να παγώσει
στους δρόμους της πόλης μια λατέρνα ζητάει λεφτά
ανόητα παιδιά παίζουν με μια μπάλα μέχρι αργά
τα χαμένα μου χρόνια κρατάνε μαχαίρι κι απόψε
για πάντα να με σημαδέψουν
στριμώχνομαι σε μια στιγμή και ξεφεύγω
τι είδα μέσα στη τρέλα μου μια θάλασσα
με τη φωτιά τα έβαλα και γλίτωσα
προσδοκώ ακόμα
αιώνια ερωτευμένος.
"Μια ευκαιρία" παρακαλεί η νύχτα το μεσημέρι
και γίνεται η έκλειψη ηλίου
"μια ευκαιρία" παρακαλεί το ποτάμι τον ωκεανό
και χύνεται μέσα του
"μια ευκαιρία" παρακαλεί μια γυναίκα ένα άστρο
κι ανοίγει το δέρμα της να το υποδεχτεί.
Σ' αγκαλιάζω με τ' ασθενικό μου αίμα
ο χρόνος πέρασε
στο πέλαγος τα βάσανα μοιάζουν κάποιου άλλου
οι προσδοκίες μεγαλώνουν γίνονται φάλαινες
πως κάρφωσα το σταυρό πάνω στο κρεβάτι ομολογώ
μια νύχτα που μιλούσα με λόγια της τρέλας
πρέπει να υπέφερε κι αυτός πολύ σκέφτηκα
και μετά πάλι χάος.
Κι αν πρέπει να γράψω
για τη σελήνη
παγώνει το αίμα
κι αν πρέπει να πω
ένα τραγούδι παιδικό
δεν έχω καρδιά.
Αναστενάζουν μέσα σου αιώνες μοναξιάς
μέσα σε παρέες και δυνατά ποτά
αδειάζεις στο πάτωμα όλους σου τους στίχους
πετάς το τσιγάρο κάτω να πάρει φωτιά
και καίγονται όλα όσα ήθελες να σώσεις.
Πας να καθίσεις μα η καρέκλα είναι πιο 'κει
και πέφτεις
πας ν' ανάψεις τσιγάρο κι ανάβεις το δάχτυλό σου
καίγεσαι
πας να διαβάσεις κι ανοίγεις την τράπουλα
και χάνεσαι
κι αυτός ο ήλιος όλο κι αργεί να δύσει πια.
Μ' ένα μαχαίρι στην καρδιά
αιώνια για ένα μύλο
κι οι κήποι τ' ουρανού όλο να φεύγουν
αιώνες που υποκλίνονται πάντοτε στον άλλο εαυτό.
Λένε πως το φεγγάρι είναι πικρό
έτσι δήλωσαν οι αστροναύτες
εγώ απ' την ταράτσα μου κάθε βράδυ
το σημαδεύω με το μπαστούνι του πατέρα
κι αυτό κρύβεται μέσα στα σύννεφα
κι η βροχή που πέφτει έχει τη γεύση του ψωμιού
λένε ψέματα πως πήγαν οι αστροναύτες
ή η πεινασμένη μου ψυχή καρβέλια ονειρεύεται.
"Δεν θέλω να σε ταράξω" είπε η φωνή
μα το καράβι που πλέουμε είναι σάπιο
"δε θέλω να σε ταράξω" απαντώ
μα φύγαν τα νερά και βουλιάζουμε στο βάλτο.
Αναρωτιέμαι
αν αυτό που ζούμε είναι αληθινό
τί τα θέλουμε τα όνειρά μας
αν αυτό που ζούμε είναι ένα όνειρο
τί πίνουμε πικρό καφέ και μπύρες παγωμένες
με φαρμάκι η ζωή με μέλι τ' όνειρο
κι ένα βέλος στην καρδιά έχουν τάχα οι ερωτευμένοι
αν αυτό που ζούμε είναι αληθινό
πώς βγάζουν πόδια και περπατούν τα βράδια οι πεθαμένοι
τί γυρεύουμε εδώ
εκτός αν είμαστε τ' όνειρο κάποιου άλλου.
Έχω εξετάσεις αίματος τη Δευτέρα
προληπτικές
δεν είπα τον γιατρό πως πάμε μέρα τη μέρα πια
θα δει τις εξετάσεις
μη τρομάξει από τώρα.
Αδικία
τα νιάτα πως πέρασαν σαν αστραπή
και τώρα ο χρόνος έχει κολλήσει αναπολώντας
μια ουτοπία.
Δεν είναι η σειρά μου να γελάσω
μια ολόκληρη νύχτα κάθομαι και κλαίω
γιατί δεν ήρθε η σειρά μου να γελάσω.
Το μυαλό είναι έτοιμο να εκραγεί
κάνοντας τίποτα
οδηγώ την άμαξα μιας μέρας στο σκότος
κάνοντας τίποτα.
Άλλη μια νύχτα με τον καπνό του τσιγάρου συντροφιά
ψηλαφίζω ένα πτώμα που βρήκα ξαπλωμένο όταν μπήκα στο σπίτι
στην αρχή το αγνόησα γιατί είχε το πρόσωπό του προς το πάτωμα
και μπορεί να ήμουν εγώ στη θέση του κι ένας τρίτος ν' αγγίζει τα πράγματά μου
μπορεί να είμαι σε λάθος σπίτι σκέφτηκα γιατί τα τσιγάρα μου δεν είναι αυτά
κι ο ίδιος δεν είναι παρά μια γυάλινη σφαίρα
ναι τώρα που τον άγγιξα είναι σίγουρα μια σφαίρα
κι αίμα γέμισαν τα χέρια απ' το μακρύ λαιμό της
παράξενο μια σφαίρα να 'χει λαιμό και δάχτυλα και πόδια
μπορεί να 'ναι θεός σκέφτηκα και τραβήχτηκα πίσω
μα εκείνη γύρισε να δω το πρόσωπό της
"είμαι δαιμόνιο" είπε κι ο μακρύς λαιμός της κόμπιασε
ήταν η αγαπημένη μου φυσικά τί άλλο θα μπορούσε
"εσύ είσαι μακριά" φώναξα και το βιβλίο του Πλάτωνα έκλεισε.
Θυμάμαι ένα σπίτι με κήπο
τον πατέρα με γκρίζα μαλλιά να επιστρέφει κρατώντας ένα αυγό στο χέρι
τώρα τα δικά μου μαλλιά έχουν ασπρίσει
συγκατοικώ με βαριά σύννεφα κι ένα τούνελ στη μέση του δωματίου
πότε πότε το νταβάνι στάζει και πλημμυρίζει κάθε έξοδος κινδύνου
και τότε τρέχω στους ποιητές για να με σώσουν
μα είναι πολύ τρελοί πια για να ξέρουν
πως βυθίζεται στο σπίτι ένα σάπιο καράβι
πως υποκρίνεται η ψυχή το θάνατο ο χρόνος να κυλίσει.
Κατεστραμμένοι άνθρωποι
κάτω απ' τον αδύναμο ήλιο του χειμώνα
μισοί σάρκα μισοί σκιά αναρωτιούνται για το καλοκαίρι
ξεχνούν πως βρέθηκαν να βαδίζουν χέρι χέρι
θυμούνται μόνο πως ήταν εραστές κάποτε
οι θλιβεροί
κάτω απ' τον αδύναμο ήλιο του χειμώνα.
Μια πορεία απ' το σαλόνι με τους καθρέφτες
ως την κουζίνα με παρηγορεί
συνήθως βάζω τραγούδια πεθαμένων
κοιτάω φοβισμένα αν φτάνουν τα τσιγάρα
για τη μεγάλη νύχτα που έρχεται
ή για το ξέφωτο πάνω στο βουνό που θα φτάσω κατάκοπος
λουσμένος απ' τη δροσιά των άστρων
με μια απόχη να φτάσω όσα μπορέσω
να τα δαγκώσω να μην υποταχθώ στη μοίρα
έτσι να με βρει ο θάνατος μ' άστρα στο στόμα
να μη χωράει άλλη θλίψη.
Ξύπνησα ώρα αφού τ' όνειρο είχε τελειώσει
ξύπνησα και στο μυαλό μου έστεκε μια κρεμάλα
δε ξέρω ποιος κρεμάστηκε εκεί
μπορεί ένας γενναίος μπορεί ένας δειλός
θα σκεφτώ και θ' αποφασίσω ποιος είμαι σήμερα
ένας δούλος που στο σταυρό ξεχάστηκε
ένας παλαβός που τη σελήνη τις νύχτες σφάζει.
Βούτηξα στη θάλασσα και βρήκα τη βέρα του πατέρα που 'χε χάσει
βρήκα ένα ήλιο μαύρο απ' τη δύση
κι ένα φεγγάρι ολόχρυσο που το 'δωσα ενέχυρο για ένα όνειρο
πούλησα τ' όνειρο κι αγόρασα ρολόι
τα νιάτα φύγαν μέσα από αθώα ψέματα
κι εγώ απόμεινα με το φέρετρο του χρόνου στο χέρι.
Τα φάρμακα τα καταπίνω σαν ήλιους σβηστούς
πως να ξαναγίνω μ' έναν ήλιο στα μαλλιά κι ένα κόκκινο φεγγάρι στην καρδιά
ο χρησμός ήταν ακατανόητος κι έγινε τραγούδι
αν ήταν κατανοητός θα είχε πάγιο
"πόσο κάνει κύριε να πληρώσω"
η νάρκη που τοποθέτησες στην καρδιά μου με κράτησε μακριά απ' την απουσία σου
ή δε βρήκα άλλο τίποτα ενδιαφέρον κι έτσι έχω σωθεί
μόνο να ήξερα γιατί είμαι έτσι θλιμμένος
ίσως γιατί κάτι ψιθύρισες που δεν άκουσα ποτέ μου.
Είναι τρομαχτικό να τελειώνει το ποτό όταν αρχίζει το βράδυ
κι ένα δεν σε γουστάρω δεν ακούστηκε ποτέ
μόνο η σιωπή τα είπε όλα
μ' απόψε ο πνιγμένος κάτι περιμένει να πιαστεί
ένα φωνήεν ή ένα υπέρμετρο εγώ
έζησες πάντοτε λίγο πιο πέρα απ' τα δολοφονικά μου χέρια
κι αυτό που φωλιάζει μέσα μου είναι μια άρρωστη τρέλα
δεν έχω τίποτα παρά μια κόπια της κόπιας από σένα.
Μια ζυγαριά στα τριανταοχτώ μου φύτρωσε στη ψυχή
πάνω στα μάτια μου η λαιμητόμος σταμάτησε στο πρώτο άστρο
είχα την τύχη του πρωτάρη όταν ο θάνατος χαράχτηκε απ' τους λεπτοδείκτες
κι εγώ ζω στη σκιά του εαυτού μου ανασαίνοντας πάγο
ο ήλιος είναι μακριά κι η νύχτα όλο και μεγαλώνει
μαζεύω στιγμές του μακρινού εαυτού μου τις καίω στο τζάκι
υπολογίζω την απόσταση των άστρων απ' τη γη
μια ζυγαριά στα τριαντοχτώ μου φύτρωσε στη ψυχή
κι αγαπώ και μισώ τον θλιβερό εαυτό μου το ίδιο.
Μέτρησα τ' άστρα
έβαλα το δάχτυλό μου απάνω τους
τρύπησα τον ουρανό
έκλεισα την πληγή ομολογώντας ένα φόνο
τώρα έχω μια πληγή στο δάχτυλό μου
ο ουρανός σώθηκε κι απόψε.
Γιατί δεν κάνει κύματα αυτός ο ήλιος που στη θάλασσα εχάθει
γιατί δεν κάνει κρότο το σύννεφο π' αστράφτει
ποιος κυβερνά τη ρημαγμένη τούτη χώρα
ποιος περιφέρεται κάτω απ' το ολόγιομο φεγγάρι και λέει ξόρκια των τρελών
ποια έρημος ονομάστηκε ψυχή σ' αυτό το άνυδρο κορμί
ποια πίκρα μου τραγουδά κάτω από πυκνό χιόνι να χορέψω
ποια ξεχασμένη ευχή μπαίνει απ' το στόμα να ομολογήσω μια κατάρα
ζυμώνεται μέσα μου σαν κρασί το φάντασμά μου να σε τρομάξει.
Η ανάμνηση είναι που σκίζει το κρανίο
να μπει και ν' αλλάξει ρούχα και μαλλιά
να μη τη γνωρίζει ο θάνατος
μα εκείνος τη φιλά και μπαίνουν μαζί
μου προσφέρουν ένα πέτρινο χαμόγελο
και χάος
τώρα καλύπτω τους καθρέφτες με υφάσματα
πιάνω τ' αλλαγμένο πρόσωπό μου κοιτάζοντας πως θα προλάβω την Άνοιξη
άνθρωποι με ρωτούν γιατί κλαίω ενώ εγώ χαμογελάω
πως ήμουν πριν σε γνωρίσω θυμάμαι.
Το σημείωμα κάτω απ' την πόρτα δεν έγραφε τίποτα
ωστόσο ήταν μια προειδοποίηση ή έτσι ένιωθα
και τί συμβαίνει στο σπίτι όταν εγώ δεν είμαι εκεί
γιατί όταν επιστρέφω είναι όλα ταχτοποιημένα
και το τασάκι μου γεμάτο αποτσίγαρα με κόκκινο κραγιόν
ήρθε το βράδυ από στάχτη να φυτρώσουν όνειρα πεθαμένα
το φεγγάρι του χειμώνα μυρίζει θάνατο
ό,τι θυμάται μια γυναίκα στ' ανοιχτό παράθυρο
έξω στο δρόμο το μικρό βανάκι μας παρακολουθεί
στον ύπνο μου επιστρέφεις όταν εγώ βγαίνω έξω
κι όλα τα χρόνια που πέρασαν για ένα βράδυ είναι κάτω απ' την κουβέρτα
ασπρίσανε τα μαλλιά πέσανε τα δόντια για να ζω την ίδια στιγμή
θα μας σβήσει άραγε ο θάνατος όπως όλα
θα επιστρέψουμε μια μέρα σπίτι κι όλα θα είναι ταχτοποιημένα
τίποτα δικό μας τα πράγματα όλα ξένα
κι έτσι το μόνο που θα μας απομένει είναι ο ύπνος.
Κάποια γυναίκα κλαίει κοιτώντας μια πληγή ν' ανοίγει
έχει καστανά μάτια ή δυο χοάνες που λιώνουν μέσα τους δυο ήλιοι
ρίχνει στην πληγή το υλικό τους κι εκείνη κλείνει πάλι
έτσι ξοδεύονται οι ήλιοι στις μέρες μας
και το σκοτάδι μεγαλώνει.
Τί φυτρώνει σ' αυτή την καμένη γη
φυτρώνουν άραγε οι καρδιές δίσεκτων ανθρώπων
ταπεινό το φεγγάρι απόψε
στα δόντια του μια λέξη
υποταγή
απόψε κουμάντο κάνουν οι ξεχασμένοι
το χέρι που υπογράφει ναι
κι εκείνη πλέει σ' έναν καθαρό ουρανό
παλεύει να κλάψει ένα σύννεφο
να πέσει η βροχή
αλλά τί φυτρώνει σ' αυτή την καμένη γη
ξέρει καλά ο θάνατος που προσφέρει εξουσία.
Όλο το βράδυ πίναμε και καπνίζαμε δίπλα στο ποτάμι
ή σ' ένα μπαρ με τ' όνομα Αιγαίο
χλωμοί θαμώνες κουνιόντουσαν με τη μουσική
α απόψε δεν φεύγουμε αν δεν ξημερώσει
μια ακτή ψάχνουμε σα ναυαγοί
ή την παιχνιδιάρικη ουρά ενός σκύλου
βρήκαμε την κλεψύδρα του χρόνου και τη σπάσαμε
στα χέρια μας μια αμμουδιά τύχης κακής
γιατί η παιχνιδιάρικη ουρά ήταν ενός λύκου πεινασμένου
εσύ λέει είχες μια δεύτερη καρδιά για ώρα ανάγκης
μα ήταν η δική μου και δε το γνώριζες
κι έτσι απλά την πέταξες στο λύκο
μακριά απ' την ακτή όλο και ξημερώνει
κι εσύ θυμωμένη προσπαθείς να με ξυπνήσεις που κοιμάμαι
τέτοιους καιρούς τέτοια ονειρεύομαι και δακρύζω.
Κι αν πρέπει να εξηγήσω πως φτάσαμε εδώ
ποια μυστική διαδρομή χαράχτηκε σε χέρια παιδικά
δεν γνώριζα πως μπορείς να πας κόντρα στ' άστρα
να μην ακολουθήσεις κανέναν παρά ένα βουνό που όλο ανεβαίνει
εκεί μέσα στις φτέρες μια γυναίκα κοιμάται τα μεσημέρια
κι αυτό που θέλαμε να πούμε μαράθηκε στο στόμα
και τώρα ξεθάβουμε όνειρα μέσα απ' το αλάτι
απ' την αρχή ξέραμε πως θα φτάσουμε εδώ.
Ξέρω μια γυναίκα
έχει τα χέρια στις τσέπες πάντοτε παγωμένα
μπορεί να κρατάει το φεγγάρι μισό ολάκερο λεπτό
γνωρίζει λέξεις που οδηγούν τους άντρες στο θάνατο
το βλέμμα της είναι οι δυο ήλιοι που δεν δύουν
όταν όμως κλείνει τα μάτια φαντάσματα περπατούν την έρημη γη
τα δόντια της σπάνε δεν μπορεί να δαγκώσει ούτε ένα μήλο
πίνει αψέντι κι όταν μεθά θυμάται έναν σκοτεινό άνδρα
δεν είχε στόμα αυτός μα μια δεξαμενή
γεμάτη λέξεις που οδηγούν τους άντρες στο θάνατο
έτσι γλίτωσε και τώρα της στήνει παγίδες να την αρπάξει
κι εκείνη
έχει τα χέρια στις τσέπες πάντοτε παγωμένα.
Λέξεις έτοιμες να γεννήσουν λέξεις
να πολλαπλασιαστούν
να μη φτάνει ένα στόμα να τις πει
ο ποιητής κρατάει ένα νυστέρι και σκίζει
κατάκοπος συλλαβίζει την κραυγή απ' ένα μισό φεγγάρι
γιατί απόψε μιλάνε όλα
όπως πολλαπλασιάζονται οι λέξεις
και δε φτάνουν τα στόματα των ανθρώπων.
Στ' απόνερα του δρόμου
λούζονται τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας
ή ίσως πνίγονται εκεί κάτω απ' τα πόδια των παιδιών που βρήκαν παιχνίδι
"να ζωγραφίσω ένα άστρο" λέει ο τυφλός πηγαίνοντας μ' ένα μπαστούνι
"ν' ακούσω το φτερούγισμα των πουλιών" λέει ο κουφός
και στη χούφτα τους ξεχειμωνιάζει αυτό που φέρνει τον θάνατο κάθε Απρίλη
"να σύρω τον χορό" λέει αυτός που είναι χωρίς ποδάρια
κι όλο περιμένουμε το πανηγύρι τέλειωσε κι εμείς περιμένουμε
στ' απόνερα του δρόμου
πτώματα όνειρα του έντιμου πολίτη.
Τί ανατολή
σχίζει στα δυο την πόλη
τί ανάσα
γρατζουνά τα πνευμόνια
τί αίμα
φτάνει στα κόκκινα μάτια
τί δάκρυ
ρίχτηκε στο χώμα να γίνει πηλός
τί λέξη
ξεστόμισε το στόμα π' αφρίζει
τί σώμα
σηκώθηκε αυτή τη νύχτα για να ταξιδέψει.
Δεν ήταν η γυναίκα που με τρόμαξε
αλλά στα χέρια της κρατούσε μια γυάλινη σφαίρα
"θα σου πω τη μοίρα είπε" κι έβγαλε τράπουλα να διαβάσει
"θέλω τη σφαίρα" ομολόγησα όπως πλέαμε μέσα στη νύχτα
κι η σφαίρα έβγαλε φλέβες έτοιμες να σπάσουν
τάζοντας στο φεγγάρι το φως του ήλιου
άπλωσα το χέρι στις ζεστές φλέβες κι η σφαίρα άναψε
το αίμα μου πάγωσε μ' ότι πρόλαβα να δω πριν κι εγώ ματώσω
απ' την πληγή τρέχει μια ανάμνηση μέσα απ' το βαμβάκι δε σταματά
είδα πως φάντασμα ήμουν με σάρκα δανεική μιας άγριας νύχτας
και το πρωί θα 'χω ξεχάσει και πάλι άνθρωπος θα τριγυρίζω.
Κάποια φωνή
σαν πάω να γράψω
λέει γράψε "ανάμεσά μας"
κι εγώ απαντώ πως το έγραψα παλιά αυτό
μα επιμένει
δε θέλω και να γλιτώσω δε θέλω και να ενδώσω
συμπεριφέρομαι λοιπόν σα να 'ναι όλα ταχτοποιημένα
μ' αυτόματη γραφή κάτι προσπαθώ να γράψω
ίσως και να μιμηθώ τον Λειβαδίτη απόψε
βαριέμαι να εξηγώ αυτά που γράφω
βαριέμαι να ταχτοποιώ το σπίτι α την κουζίνα
την κουζίνα την έχω καθαρή
μη κοιτάτε που καπνίζω
είναι πακέτο με τα φάρμακα που παίρνω
όλα όσα θέλω λοιπόν είναι σε μια κουζίνα
βιβλία και φαγητό στο ίδιο τραπέζι
κι ένα ηχείο για μουσική
μα δε θα γράψω πια "ανάμεσά μας".
Ο σταυρός που κουβαλάμε
είναι μοναδικός για τον καθένα
και να χαθείς δε θ' αλλάξουν τ' άστρα πορεία
καμιά φορά τυχαίνει κι ο σταυρός ταιριάζει στην πλάτη και πηγαίνεις
καμιά φορά ο θεός δίνει κι ένα καρφί και η μοίρα σε καρφώνει και πηγαίνεις
και να χαθείς κανένας δε θα σε ψάξει
ωστόσο είσαι στ' αλήθεια μοναδικός
σ' έναν αριθμό που και να λείψεις δεν αλλάζει.
"Ας μιλήσουμε επιτέλους για τους πεθαμένους" λες
κι ανοίγω εκείνο το συρτάρι που πάντα φρακάρει απ' τα πολλά που 'χει κρυμμένα
δίνω μια και το ανοίγω
"ας μιλήσουμε λοιπόν" απαντώ
κι απ' το συρτάρι βγαίνουν φρέσκες ζεστές λέξεις και κλείνουν τα στόματα και των δυο μας.
Ίσως αγαπήθηκα πιο πολύ απ' ότι νομίζω
ίσως κάποια περαστική ακόμα με σκέφτεται
χρόνια μετά τη μικρή μας συνάντηση στο δρόμο
να με λατρεύει σαν άγνωστο θεό
μια που με κοιτούσε με το μισό της βλέμμα
ίσως να έβρεχε τότε γιατί εγώ περπατώ χωρίς ομπρέλα
κι έχω το βλέμμα πάντα σκοτεινό και δεν την είδα ορκίζομαι ποτέ μου
ίσως πάλι ν' αγάπησα πιο πολύ απ' όσο νομίζω
έναν αριθμό και τη διάταξη των άστρων
κι όχι εκείνη που δεν την είδα ορκίζομαι ποτέ μου.
Σκιές απογευματινές έξω στο δρόμο
μια γυναίκα ισιώνει τον γιακά της
ο τρελός ανεβάζει τη μπλούζα και τρίβει το στήθος μπροστά στη βρύση
κατεβάζει τη μπλούζα πίνει νερό παίρνει το ποδήλατό του κι απομακρύνεται
έχει βήχα κι ακούγεται για ώρα
μετά τίποτα
μικροί πιάναμε σπουργίτια τα ψήναμε και κάναμε πως τα τρώγαμε
ή τα τρώγαμε στ' αλήθεια δε θυμάμαι
σκοτώναμε οχιές τα μεσημέρια στο μικρό ποτάμι του χωριού
που πήγαιναν να ξεδιψάσουν
τρέχαμε σε πλαγιές σκεπασμένες με φύλλα
ξεδιψούσαμε σε μια πηγή με νερό κρύσταλλο
είχαμε όλοι παρατσούκλια
τώρα όλοι κάπου χρωστάμε και δεν ξέρουμε που
και το σκοτάδι που έρχεται θα πνίξει τις σκιές των ανθρώπων
μια μουσική ακούγεται στο βάθος
η μπάντα του δήμου παίζει χαρωπά
οι πόρτες κλείνουν τα βράδια
μια φωτιά σ' ένα βαρέλι δίπλα στο ποτάμι
νέοι κατεβαίνουν κρατώντας μια κιθάρα
"αναπνέεις ρε ακόμα εσύ" κάποιος σου φωνάζει
γιατί το μέλλον έχει ήδη γραφτεί στα βήματά σου
δεν έπρεπε να είσαι εδώ
το λοιπόν πως είσαι;
"Είμαι μήτε νεκρός μήτε ζωντανός" του φωνάζεις πίσω
Σε λίγο θα κοιμηθείς μ' όνειρα τρομακτικά αγκαλιά σου .
Money for nothing τραγουδάνε οι Dire Straits
όλοι κουβαλάνε τον σταυρό
ας μη γελιόμαστε δεν είναι ο ίδιος
πότε καδένα στο λαιμό
πότε ασήκωτος στην πλάτη
όσο αντέξεις λοιπόν
δεν είσαι και θεός
μη κρίνεις μόνο.
Δεν ήξερα
το σώμα ανοίγει απ' την κατάκλιση
και δώσ' του αλοιφές και περιποίηση μεγάλη
καπνίζω τώρα στην κουζίνα
το σπίτι μυρίζει μπριζόλες
μαγειρεύω και γράφω
που και που πετάγομαι λίγο στον κόσμο σας για προμήθειες
γυρίζω σπίτι με τα ψώνια και τις ιστορίες που θα γράψω.
Γράφω με το φως της κουζίνας να τρεμοπαίζει
περνώ τη μέρα μου εδώ πότε μαγειρεύοντας πότε κοιτάζοντας τους αριθμούς στο στοίχημα
στο μπαλκόνι μου ένα ψόφιο χελιδόνι
λιώνει εκεί απ' το καλοκαίρι
δεν το πειράζω
όλο λέω θα φύγει αύριο θα πετάξει
είναι σκεπασμένο με κάτι μαραμένα πλατανόφυλλα
κι οι δυο γλάστρες μου επέζησαν απ' την παγωνιά εκεί έξω κι αυτές
σε μια γλάστρα αύριο θα το θάψω
αρκετά υπέφερε κι αυτό εκεί έξω.
Άδικος κόπος να διαβάζεις
να ζεις θα έπρεπε στο πρώτο στίχο
που μόνος σου θα γράψεις
και τα υπόλοιπα όλα χαμένα.
Στο δρόμο μια γυναίκα γελάει δυνατά
μετά ανάβει στα κρυφά ένα τσιγάρο
περνάει δίπλα μου και μου χαμογελάει
έχει για πρόσωπο μια παιδική ζωγραφιά
έναν ήλιο κόκκινο κι ένα μαύρο φεγγάρι
καταρρέει μπροστά μου
έχει για πρόσωπο μια παιδική ζωγραφιά
έναν ήλιο κόκκινο κι ένα μαύρο φεγγάρι
"γιατί μαύρο το φεγγάρι" ρωτάω
στο δρόμο μια γυναίκα γελάει δυνατά.
Ένα δεύτερο φεγγάρι απόψε
βγήκε στον ουρανό ολόμαυρο δεν ξεχωρίζει
θα κατακτηθεί κι αυτό με μια σημαία
δίπλα μου εσύ τ' αρπάζεις και το καταπίνεις
γίνεσαι παγωμένη σαν άγαλμα
μ' αγγίζεις και μ' ένα φιλί μου το προσφέρεις
καίγομαι μέσα μου απ' το κρύο
εσύ μου κρατάς το χέρι μέχρι να ξημερώσει
"όνειρο ήτανε" λες
ο ήλιος βγήκε
κι έχω μέσα μου ένα δεύτερο φεγγάρι
"αλήθεια είναι" λες
μου κόβεις τα χέρια να μη το βγάλω
είναι πικρό λέω
"φαντασία είναι' λες
και περιμένω τη νύχτα πάλι
να βγει το πρώτο φεγγάρι μπας και του λείπει
ένας αστροναύτης μ' ένα δεύτερο φεγγάρι στην καρδιά
θα ταξιδέψω.
Επάνω είναι ο άρρωστος ήλιος
δε ζεσταίνει σήμερα την πόλη των ανθρώπων
και τα φυτά καλύφτηκαν με πάχνη
ένα παιδί αγκαλιάζει τη μάνα κι εκείνη γερνάει
δε σταματάει να γερνάει
το παιδί τη σφίγγει
θα παραμείνει παιδί για πάντα
ή θα γεράσει σε μια στιγμή.
Να ένας καλός άνθρωπος
να κι ένα καρφί να τον καρφώσω
να ένα άσπρο σύννεφο
να κι ένας ήλιος που θα το διαλύσει
μα ο άνθρωπος συνεχίζει να περπατά με το καρφί στο πέλμα
μα το σύννεφο έκρυψε τον ήλιο.
Μια γυναίκα προχωρά μπροστά μου
είναι απ' τη λύπη γιατί έχει άσπρα τα μαλλιά
και ολόκληρη η μέση της λείπει
έτσι προχωρά καμαρωτά
εγώ κάπου την άφησα να ξεκουραστώ μα εκείνη προχωρά
δεν σκύβει δεν υποχωρεί
γιατί ολόκληρη η μέση της λείπει.
Μεγαλώσαμε
και δεν βλέπουμε ένα άστρο στον ουρανό
χαμηλώνουμε το βλέμμα όσο προχωράμε
να τώρα κοίτα
το πρόσωπό μου κοιτά μια πέτρα στη γη
ένα λουλούδι σε μια αυλή
να τώρα κοίτα
το πρόσωπό μου χτυπά την πέτρα καθώς σκύβω πιο πολύ
φιλά ένα λουλούδι σε μια αυλή
ικετεύοντας ένα θαύμα
παραδώσαμε τον ουρανό στους άλλους.
Ξεχασμένα ονόματα
χρόνια λες έχει κάποιος να μ' αποκαλέσει έτσι
να θυμηθεί πως με λένε
μόνο πάνω απ' το ποτάμι η ομίχλη
ακολουθεί τη ροή
μόνο πάνω απ' τα κεφάλια μας ένα σφυρί
χτυπά με δύναμη τον κόκκινο ήλιο
γιατί έχασε το σχήμα του
κι απλώθηκε στην τετράγωνη πόλη να κάψει.
Ο Απρίλης είναι μακριά
πίσω μου η στάχτη
καμία έγνοια
μπροστά το καθαρό μέλλον πλύθηκε με στάχτη
λαμποκοπά
καμία σημασία
τα χέρια καίνε ακόμα απ' τη φωτιά
κοιτάς μια φωτογραφία που γλίτωσε
θυμάσαι
το παρελθόν νίκησε ξανά.
Κάπου έκρυψες κάτι
να το ξέρεις μόνο εσύ
τακτοποίησες το δωμάτιο απ' τις ασυναρτησίες των ποιητών
και πια δε θυμάσαι αν κάπου έκρυψες κάτι
η νύχτα έρχεται σα λαιμητόμος
πρέπει να της προσφέρεις κάτι να το ξέρεις μόνο εσύ
μα δε θυμάσαι.
Το δάκρυ που δεν κύλησε
είναι ένα όπλο στο χέρι
γι' αυτό απόψε πλάνταξα στο κλάμα
με άδεια χέρια και πάλι τρέμω
αυτό που είναι πέρα απ' τα δάκρια των ανθρώπων
αυτό που κρύβεται στον αριθμό που πιστεύω.
Πώς γέμισα αίματα δε ξέρω
έδωσα ένα τελευταίο φιλί με τόσο πάθος
κι έφυγα για κάτι νέο
στη χούφτα μου χιονίζει
σβήνουν οι γραμμές της τύχης
μα εγώ τύχη δεν έχω
πώς γέμισα αίματα δε ξέρω.
Είναι κάμποση ώρα τώρα
έχω πατήσει με το πόδι την ουρά του αριθμού
κι αυτός κουλουριάστηκε στο πόδι μου σα φίδι
κι όλο λέω να σηκωθώ να κάνω το ένα και τ' άλλο
μα δε θέλω κι ήσυχο να τον αφήσω
έτσι ξενυχτάμε μαζί ετούτο το βράδυ
μέχρι να βγάλει στόμα να δαγκώσει.
Έχω ένα σπίτι από σκόνη
περπατάω κι αφήνω πατημασιές
ζωγραφίζω τους τοίχους με τα δάχτυλά μου
χθες άνοιξα το παράθυρο και έβγαλα όλη τη σκόνη
έσβησα κάθε ίχνος μου
είμαι σ' ένα σπίτι χωρίς παρελθόν
δεν έχω μνήμη κι όνειρα να με κοιμίσουν
έτσι ξενυχτάω και περιμένω τί
είχα ένα σπίτι από σκόνη.
Αυτό που με ρωτάει το φεγγάρι απόψε
το έφτυσα χθες κόκκινο αίμα
πώς νόμιζες ότι γεννιέται η πανσέληνος
αυτό που με ρωτάνε τ' άστρα απόψε
το έφτυσα χθες κόκκινο αίμα
πώς νόμιζες ότι γεννιούνται οι γαλαξίες.
Δεν είναι τα χιλιόμετρα που χωρίζουν τους ανθρώπους
δεν είναι η σιωπή που μπαίνει από στόμα σε στόμα με το φιλί
είναι ο χρόνος που σταμάτησε σε μια στιγμή κι όλο αρνείται να προχωρήσει
ω αγκάλιασε ό,τι σε γερνάει πιο πολύ από μένα
αγκάλιασε ένα παιδί που αρνείται να μεγαλώσει
αγκάλιασε απόψε αυτό το μοναχικό άστρο τ' ουρανού
ξύσε τη ψυχή μου να φανερωθεί αυτό που μας έχει πια γεράσει.
Τα σύννεφα πέσαν στη γη
γίναν ομίχλη
τρέχω να πιάσω έναν αδύναμο κεραυνό
κλείνω τ' αυτιά απ' τον κρότο της αστραπής
ίσως κατά λάθος έπιασα ένα άστρο
καίγομαι μαζί του πια.
Δεν είναι οι καμπάνες της εκκλησίας που με ταράζουν
είναι που κρέμασαν στην οροφή ένα ρολόι
να βλέπει ο περαστικός και να σφίγγεται η καρδιά του.
Η πόλη χαϊδεύει το ποτάμι
στο μικρό κυματισμό προβάλει μια θάλασσα
ίσως ψιχαλίζει
γιατί οι γυναίκες ανοίγουν τις ομπρέλες τους και περπατούν βιαστικά
κι εσύ περιμένεις να γυρίσει πάλι και πάλι
ρίχνεις μια πέτρα στο ποτάμι
στο μικρό κυματισμό προβάλει μια θάλασσα
ίσως απόψε λες κι η πόλη χαϊδεύει τ' άσπρα σου μαλλιά
μα δε γίνονται θαύματα πια
αρπάζεις την πέτρα και την καταπίνεις.
Οι εραστές πετούν τα ρολόγια
εσύ φόρεσες δυο και περιμένεις το τέλος της νύχτας
οι εραστές είναι μικροί αθάνατοι θεοί
εσύ παλεύεις με το αγρίμι μέσα σου να παραμείνεις άνθρωπος
οι εραστές τα παίζουν όλα σε μια ρουλέτα
εσύ χαμένος από χρόνια μετράς τα ποιήματά σου.
Τ' όνειρό μου βουτάει στο ποτάμι
έχει άσπρα τα μαλλιά
ρυτίδες στο μέτωπό του
κολυμπάει δίπλα στις πάπιες και σε νερόφιδα
βγαίνει νέο
πετάει το μπαστούνι του και τρέχει προς εμένα
μα εγώ δε το γνωρίζω κι όλο το διώχνω
βουτάω στη δίνη του ποταμού ν' αρπάξω τ' άσπρα του μαλλιά
να σώσω.
Το σπίτι είναι ακατάστατο
σταμάτησα το τζόγο
σταμάτησα να σκέφτομαι το παρελθόν
κι ο ύπνος δυσκόλεψε περιέργως
τα όνειρα έγιναν παράξενα
τινάζομαι και ξυπνάω μέσα στην άγρια νύχτα
αντιδρώ κάνοντας το σωστό
θεέ μια ελπίδα και για μένα;
Με το ποδήλατο προσπέρασες σήμερα το ψόφιο γάτο στη μέση του δρόμου
βρήκες λίγο χρόνο να δεις αριθμούς στο στοίχημα
ώρες ώρες αναρωτιέσαι τί ψάχνεις
κι απόψε θα κοιμηθείς λίγο πριν την αυγή
με όνειρα ζαλισμένα σαν τις μέλισσες
η αχτίδα του ήλιου πάνω σ' ένα σώμα που κοιμάται
είναι μια κραυγή ζωής που κάνει το σκοτάδι να τρεμοπαίζει
ίσως έμεινες μόνος μα έχεις μνήμη ανθρώπων
και λίγο πριν την αυγή θα κοιμηθείς.
Αναπνέω τη στάχτη του τσιγάρου μου
λέω θα φύγω αλλά μένω εδώ στην πόλη
εδώ σ' αναζητώ
και θα συνεχίσω
όταν σε συναντώ σε προσπερνώ δε σε γνωρίζω
μπορεί να 'σαι και κείνη η γουλιά του ποτού που πνίγει
να 'σαι εγώ κι έχω χρόνια να δω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.
Ο δικός μου θεός ξέρει από επιστήμη
έχει μελετήσει δεν έχει χάρισμα κανένα
μα ήταν η πρώτη φορά που δημιούργησε τους κόσμους
κι ο λόξιγκας που είχε δεν βοήθησε.
Πρέπει να γράψω
πάει καιρός που δε μπορούσα
επέστρεψα απ' τον Άδη
όχι γιατί του άρεσαν αυτά που γράφω
αλλά δεν ήθελε να με βλέπει έτσι λυπημένο
δεν ήμουν η ψυχή της παρέας όσο κι αν προσπάθησα να γίνω.
Και πήρα να διαβάσω Σαχτούρη και Βάρναλη απόψε
μα μια σκιά στο δωμάτιο μου κρύβει τους στίχους
κι έτσι μαντεύω τα λόγια τους
δεν είμαι σίγουρος για τον τρόπο που διαβάζω
ακούγοντας Smiths
σκέφτομαι εσένα σκέφτομαι εμένα
το ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
μα ήθελα απόψε να είμασταν μαζί τραγουδώντας τη λύπη.
Ένα σύννεφο μόνο του στον ουρανό
από που να ήρθε
η αγάπη μου είναι μακριά ίσως σ' άλλη χώρα
κι όταν το ρώτησα την ιστορία του
τότε ξεκίνησε και να χιονίζει.
Πας να ξαπλώσεις ξανασηκώνεσαι
ντύνεσαι να βγεις μα διστάζεις
κοιτάς μια ωραία γυναίκα στο δρόμο
φαντάζεσαι πως είστε μαζί καιρό τώρα
και πίνεις μια μπύρα πικρή σα φαρμάκι.
Αύριο το πρωί η κηδεία του κυρ Μάνθου
δεν θα πρέπει να ξενυχτήσω
ένα χρατς χρατς ακούγεται όλη μέρα σαν χαλασμένος δίσκος
μέσα στο σπίτι όχι
μέσα στο σπίτι ακούγεται η κουρασμένη μου καρδιά.
Σήμερα δεν αντίκρυσες άνθρωπο
αν δεν ήταν και το τηλέφωνο δε θα 'χες μιλήσει
ο ήλιος έδυσε υπέροχος
και μια σταγόνα σκοτάδι έκρυβες στην χούφτα σου όλη μέρα.
Έχει πάψει να μ' ενδιαφέρει να μάθω τα νέα
κοιτώ το παρατημένο μου σπίτι
το πρωί το ξοδεύω προσπαθώντας να πάρω ανάσα
έχει μέρες που ο ήλιος δεν φάνηκε
μικρές ιστορίες φίλων φτάνουν σε μένα
και το μαγείρεμα για κάποιον άλλο είναι ηρωική πράξη
δε χρειάζεται πολλά πολλά η ζωή
ελάχιστη αγάπη
πράγματα μικρά που δε θα γραφούν σε καμιά εφημερίδα
να τώρα περιμένουμε τον κυρ Μάνθο να πεθάνει πλήρης ημερών
τον πατέρα ενός φίλου
δε χρειάζεται πολλά πολλά η ζωή
να βρεθεί αυτή η ελάχιστη αγάπη.
Ο αριθμός ησύχασε
κουνά τεμπέλικα την ουρά του
ένα φεγγάρι άσπρο άρρωστο μέσα σ' ασημένια σύννεφα
χαλάω όλα τα ρολόγια του σπιτιού
έτσι έχω χρόνο για το παρελθόν για σένα
δε μου κάνει τη χάρη η τύχη
κι εγώ θυμωμένος απέχω απ' το παρόν.
Σ' έχουν οδηγήσει στην καταστροφή οι τυχαίοι αριθμοί του κίνο
πάνω στο τραπέζι μισοφαγωμένο τοστ κι ένα γεμάτο ποτήρι Tullamore
βγήκες έξω για να επιστρέψεις χειρότερα σπίτι
όταν ξυπνάς το παρελθόν πρέπει να είσαι έτοιμος να τ' αντιμετωπίσεις
βέβαια μπορείς να το βάλεις και στα πόδια
είναι κι αυτό.
Σήμερα θα κερδίσω χοντρά λες
και χάνεις
και πως να γράψεις για τη ντροπή εκείνου του Σαββάτου
σηκώθηκες να φύγεις μόνος μα δε σ' άφησε
ούτε να φύγεις μ' αξιοπρέπεια δε σ' άφησε
έπρεπε να σε χαιρετίσει.
Ο θερμοσίφωνας στο σπίτι κόντεψε ν' ανατιναχτεί
έξω το πλήθος κινείται χαοτικά
η ουρά του αριθμού σε περιπαίζει
σε λίγο θα τζογάρεις ξανά
έτσι πέρασαν τα χρόνια
η ουρά του αριθμού σε περιπαίζει
σε λίγο θ' αγαπήσεις ξανά
έτσι πέρασαν τα χρόνια
η παγωνιά είναι εδώ
και οι γλάστρες έξω στο κρύο.
Όλοι σπάνε
το βάρος του κόσμου είναι ασήκωτο για την ταράτσα
κλειδώνεις την πόρτα μα αυτό που σε κυνηγά είναι μαζί σου
ίσως ν' ανασαίνει βαριά πίσω σου
ίσως σε προσπερνά κι αγγίζει τα πράγματά σου
βγαίνεις έξω σαν για να σωθείς
γυρίζεις πίσω και το ράγισμα όλο και μεγαλώνει
μα υπάρχουν ακόμα διαδρομές που δεν έχεις περάσει
αύριο λες θα πάω προς τα 'κει
κοιμάσαι και το ράγισμα όλο και μεγαλώνει.
Άλλαξε ο χρόνος
δεν κοιτώ δύση ούτε ανατολή
όπου ποντάρω χάνω
σαν ανήσυχο σκυλί βγήκα απ' το σπίτι ακούγοντας τα πυροτεχνήματα
κανείς δε με περιμένει σ' αυτή τη γιορτή
ούτε dj δεν υπάρχει σ' αυτή την πόλη που να ξέρει τα τραγούδια
μπαίνω στο μπαρ παραγγέλνω ποτό
κανείς δε με περίμενε σ' αυτή τη γιορτή
ίσως αν είχαμε θάλασσα θα πήγαινα εκεί
στο ποτάμι πάνε όσοι δεν είναι στα καλά τους τί ειρωνεία
ούτε τώρα δεν είμαι για 'κει
γιατί αδυνατώ ν' ανήκω κάπου
ίσως αν είχαμε θάλασσα θα πήγαινα εκεί
δύσκολο να πνιγείς λέει ο Καρυωτάκης
παραγγέλνω κι άλλο ποτό κι άλλο κι άλλο
ώσπου μια θάλασσα εμφανίζεται μπροστά μου.