Σελίδες

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

3/4 πανσέληνος, 1/4 νεκροταφείο ελεφάντων

Ανάβεις τ' αποτσίγαρο και το φτάνεις ως το φίλτρο
ξέρεις να κάνεις τα πιο όμορφα όνειρα όταν κανείς δεν είναι εκεί μα δεν είσαι στο όνειρο κανενός
άσε τα χελιδόνια να γεμίσουν φωλιές το μπαλκόνι
πέτα μια πέτρα έστω στα περιστέρια της πλατείας
κοιτάς απέναντι τον τρούλο της εκκλησίας
κάθε χρόνο περιμέναμε τους πελαργούς μέχρι που τους χάλασαν τη φωλιά για να φτιάξουν τη σκεπή
"ποιος μένει τώρα σ' αυτό το τεράστιο κτίριο;"
Πλανήτες που περιστρέφονται χωρίς ποτέ κανείς ούτε καν να τους κοιτάξει
ψυχές που ζούνε και πεθαίνουν μοναχικές και πανέμορφες

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Ο Θεοδόσης Τάσιος στον λάκκο με τους Κοέλιο

Μια μέρα ανοίγεις το κουτί με τα παιχνίδια και βρίσκεις ξυράφια
ανοίγεις τα βιβλία κι οι λέξεις είναι μισές
κοιτάς εκείνη που αγαπάς κι είσαι έτοιμος να πείς
"εσύ το έκανες" μα δε θες να σπάσεις τη σιωπή
πίνεις ξανά
πίνεις πολύ και τραγουδάς moody blue
από βιβλιοπώλης θα γίνεις μπακάλης θα μυρίζεις φέτα και ούζο
"θα ξαναδιαβάσω τις ΦΩΝΕΣ" σου λέει εκείνη μα ξέρεις καλά πως δεν έχει χρόνο
το παρελθόν το έθαψε βαθιά μέσα της θάφτηκε στον κήπο και είναι έτοιμη να ξαναβγεί
μην περπατάς πάνω της και μη της ψιθυρίζεις
"θα σου πω κάτι αλλά μη το πεις πουθενά"
γιατί εσύ όταν παραπατάς χάνεις δέκα χρόνια και κάποτε θα τα ζητήσεις πίσω
όμως ακόμα αναρωτιέσαι πώς γίνεται το "μόνο εσύ με καταλαβαίνεις" να βοηθά την διαιώνιση του είδους
"α να ήμουν πατέρας στα 20" λες και θες να ξεράσεις το προξενιό των γονιών σου μαζί με το νερατζάκι
im a rabbit in your headlights αποφασίζεις και πίνεις περισσότερο
"μαγειρεύω καλύτερα τώρα" σου λέει κι εσύ χαμογελάς γιατί έχει διαβάσει τα ζώδια
θα έμενε μαζί σου αν είχες τελειώσει τη σχολή;
Μια κυρία μηχανικού με χώρια τα ζόρια...

Έμεινες πίσω ή έχεις παραιτηθεί;




------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση:
Ο Θ. Π. ΤΑΣΙΟΣ είναι Καθηγητής της σχολής Πολ. Μηχανικών Ε.Μ.Π


Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Ότι έχω για να κρατηθώ πέθανε για να κρατήσει εσένα

"Μόνος σου ξανά"
μα δε μοιάζει απειλή γιατί σήμερα τ' αλκοόλ με στέλνει ψηλά
μιλάω με τη φωνή μέσα μου που μου φέρεται γλυκά
εσύ ανακατεύεις τα πόδια σου και μοιράζεις τα χαρτιά
δε νιώθω χαμένος πια γιατί σήμερα τ' αλκοόλ με στέλνει ψηλά...

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Τοποθετώντας προσεχτικά το άσχημο μέσα μου

Το στρώμα ήταν πάντα στο πάτωμα
φοβόσουν να κοιμηθείς πάνω στο κρεβάτι
φοβόσουν και την ηλικιωμένη κυρία του πέμπτου που επέμενε να ρωτά κάθε φορά που συναντιόσασταν στο ανσανσέρ
"Γιατί με φοβάσαι; Μή φοβάσαι."
Δεν την είχα δει ποτέ αλλά σε πίστευα όταν επέμενες πως
"Τα μάτια της είναι γεμάτα από μίσος."
Τί θυμάμαι κι εγώ καλοκαιριάτικα.
Εγώ κοιμόμουν σ' άλλη πόλη κι εσύ μου 'γραφες γράμμα αφού δεν απαντούσα στο τηλέφωνο
"Κοιμήσου εσύ κι η τύχη σου δουλεύει" έγραφες στο τέλος.
Όταν βρεθήκαμε μετά από τόσα χρόνια ήθελα να ρωτήσω γι' αυτό αλλά φοβήθηκα την απάντηση ήθελα να σου πω ότι το μόνο πράγμα που ήθελα ήταν να πάμε σπίτι να ξαπλώσω και να κοιμηθώ στην αγκαλιά σου γιατί αυτό που ένιωθα ήταν μια απίστευτη κούραση
τίποτε άλλο εκτός από κούραση
"Ήταν αιώνες τα χρόνια που πέρασα μακριά σου κι εγώ πάλευα κάθε δευτερόλεπτο να σε ξεχάσω" θα σου 'λεγα κι εσύ λέει δε θα γέλαγες με τον τρόπο που τα λέω κάτι τέτοια αλλά θα καταλάβαινες και θα συμφωνούσες
μα δεν είπα αυτό
"Καταλαβαίνω" είπα κι ήταν σα να στριφογύρισα με μιας 15000 φορές στο κρεβάτι "Μπορώ να σε φιλήσω;"
κι εσύ χύμηξες να με φιλήσεις γιατί όλα φώναζαν πως ήρθες γι' αυτή τη τελευταία βραδιά. Δεν είπαμε τίποτα μετά
εσύ έφυγες εγώ πήγα σπίτι κι άναψα τσιγάρο
"Τα θυμήθηκα πάλι όλα αλλά τώρα είναι χειρότερα πως είναι δυνατόν να είναι χειρότερα;" είπα στον εαυτό μου
"Θα την ξεχάσω όταν κοιμηθώ θα κοιμηθώ όταν πεθάνω..."

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

The past never dies

Αν ήσουν ποιητής
δε θα 'γραφες άλλη λέξη πια
θα τ' άφηνες όλα μέσα σου να σε κατασπαράξουν.

Περάσαν χρόνια ρεεεε

μέσα στο μπαρ
εσύ υγραίνεις το αυτί μου καθώς μου λες πως χόρευες honey white στο κοιμητήριο πάνω στο λόφο και πως γουστάρεις να περπατήσουμε ως εκεί κι ας είναι βράδυ
"μή μπερδέψεις τη θλίψη μας και την πεις αγάπη"
φώναζες όταν ο ήλιος έβγαινε κι η πόλη σου κι οι νεκροί της απλώνονταν κάτω απ' τα πόδια μας
κατεβήκαμε στο ποτάμι κι ένας μαλάκας είχε αμολήσει τα σκυλιά που μας κύκλωσαν γαβγίζοντας
"θα πεθάνω μόνη" είπες κι αυτά ησύχασαν
ήταν ένα υπερθέαμα να σε βλέπω να κοιτάς
προσπαθούσα να είμαι όσο γίνεται πιο πλάγια για να βλέπω το λευκό του ματιού
όλα ήταν διαφορετικά
ήρεμα
τα σκυλιά θανατώθηκαν
ακόμα φαίνονται τα σημάδια απ' τα ράμματα στο πόδι.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Άπνοια


Με κοιτούσες ακόμα ενώ ήμουν έτοιμος να στρίψω στον επόμενο δρόμο.
"Για πάντα φίλε μου θα σε θυμάμαι
για πάντα" είπες κι από φόβο μη ξαναγυρίσω πρόσθεσες
"άδειασέ μου τώρα τη γωνιά και μή σε ξαναδώ ποτέ μου."

Βράδια με φριχτά όνειρα κι απ' το νταβάνι που θέλει βάψιμο πέφτουν από φτηνό πλαστικό κομμάτια οι Περσίδες
θυμάμαι μόνο το τηλέφωνο του πατρικού σου
δεν είναι για τέτοιες ώρες και το κράτησα στη μνήμη
"όταν σε πνίγει το άπειρο θέλεις ένα παλιό τηλέφωνο να πάρεις το μηδέν" έλεγες
τώρα με πνίγει το μηδέν και ψάχνω εσένα.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ

Για ν' αρχίσεις πρέπει να κόψεις συνήθειες που για να κοπούν πρέπει ν' αρχίσεις...

Ανακύκλωση




*