Σελίδες

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

It's true I always wanted love to be hurtful

Νερά ποταμού
πλημμύρισε πάλι ο δρόμος έξω απ' το σπίτι σου
φορμόλη και κοκκινόχωμα με διατηρούν στη σκέψη σου
νιώθεις αποκομμένη
πριν κοιμηθείς κοιτάς κάτω απ' το κρεβάτι
απλώνεις το χέρι
ξεφορτώνεσαι την μπίλια και δοκιμάζεις τα δαχτυλίδια του Κρόνου
τα μάτια σου κοκκίνισαν απ' τον καπνό
στην καρδιά η βαριά βιομηχανία της σχέσης ρίχνει απ' το Τσερνομπίλ περισσότερο τσιμέντο
"θα με μισήσεις πιο γρήγορα απ' όσο νομίζεις" ψιθυρίζεις και μου βάζεις κάτι τεράστια μυωπικά γυαλιά
να ξεστραβωθώ να δω
πως άλλο έρωτας άλλο αγάπη.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Vortex


Περπάτα.
Περπάτα μέχρι τα πόδια σου να ισοπεδώσουν τα πεζοδρόμια
να βγεις μια μέρα και 'συ να περπατήσεις σαν άνθρωπος
να βγάλεις βόλτα τ' άναπηρο όνειρο
να δει που συχνάζεις
να δει την πόλη σ' όλο το μεγαλείο της
να φτάσει στο κέντρο
να δει τη μήτρα που το γέννησε
να φτάσει στην άκρη του σύμπαντος
να εκραγεί σαν τεράστιο ποπ κορν
να γεννήσει εσένα στο από δω και πέρα
"Ευτυχισμένοι χωρίς αγάπη".

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Στο ενυδρείο του Voyager



Τα μάτια σου λάμπουν όπως η λαμαρίνα του Voyager που δονείται απ' τον ήχο της φάλαινας που βουτάει στη σκοτεινή σου πλευρά.

Φτάνει με τόσο οξυγόνο
σ' ένα ποτήρι που γεμίζει και ξαναγεμίζει έτη φωτός μακριά
ο Ντύλαν Τόμας κοντράρει τον πόνο.

Ξυπνάω και τα μαλλιά σου μου 'χουν καλύψει το πρόσωπο.
Κύματα μέσα στ' αυτιά μου
ξεχασμένα σουξέ του '70
ό,τι θυμάμαι ακόμα από σένα γυρεύει το καλύτερό μου ετερώνυμο για να με απομακρύνει
εκπαιδεύει με βήμα στρατιωτικό τις νέες μου αναμνήσεις για να μην αφεθώ πάλι στη τύχη
και το στομάχι μου σφιγμένο συντονίζεται και τρίζει όπως οι αρμοί πάνω στις γέφυρες.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Νο 000163


Εκείνη μασάει τα κατακάθια του καφέ για να κρύψει το μέλλον
μα κάθε φορά που σου λέει τον καφέ η ομορφιά της σου ανακατεύει το στομάχι.

"Δε βλέπω κάτι που ν' αξίζει περισσότερο ν' ασχοληθώ
είσαι τόσο συνηθισμένος
ακόμη κι η τρέλα σου που όπως λες μεγαλώνει τα βράδια
κοίτα
φαίνεται καθαρά πως έγκλειστη πια φοράει πυτζάμες του Ζάρα."

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Νο 000162

Στα κρυφά
θα 'σαι πότε το καταφύγιο πότε αφιλόξενο τοπίο
πες μου σε τι διαφέρει το παιχνίδι με τις λέξεις κι εικονική ζωή στον υπολογιστή
σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου
η βροχή πάνω στον τσίγκο επαναλαμβάνει εκνευριστικά κι ακανόνιστα το "έτσι είν' η ζωή κάνω ό,τι μπορώ "
φυτεύεις λουλούδι φυτρώνει μπετό.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Λάθος όνειρο ηλίθια πυξίδα!


Ένας καταπράσινος πλάτανος ρίχνει τη σκιά του στα Υπερβόρεια
και στο ποτάμι πίσω απ' το πατρικό της πλέουν παγόβουνα.

"Στάσου ήλιε και 'συ σελήνη μείνε" είπε και φανερώθηκε η σφαίρα.
"Στην έρημο λείπουν τα βουνά" είπε και φανερώθηκε η πυραμίδα.
"Κι όμως γυρίζει" είπε και φανερώθηκε ο στοίχος.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Payday Mr.Euler


Symmetry

Α.

Στη διαγώνιο της κεντρικής πλατείας ο αέρας ψιθυρίζει
όπως πέφτουν οι όμορφοι άνθρωποι απ' την ουλή του Vela Pulsar,
είναι οι εραστές της Ήρας που μοιράζουν χτυπώντας πόρτα πόρτα
το μεγάλο σχέδιο διαφυγής.
Δεν πιστεύεις λέξη.
Λάγνα περιστέρια πέφτουν πάνω στο μισοκαπνισμένο τσιγάρο
κι οι γέροι με τις πρησμένες κοιλιές και τα ξεθωριασμένα μάτια σ' αρπάζουν απ' το χέρι.

- «Πήδα την».

Β.

Περίεργα χωρίς αλκοόλ, με μάτια ανοιχτά πίσω απ’ τ’ αναμμένο τσιγάρο,
γνώρισες έξυπνους ανθρώπους που ακόμα πιστεύεις,
το πρωί ήταν ρούχα και παλιές κασέτες που τακτοποιείς για τελευταία φορά,
μ’ ένα ζεστό μπάνιο και τηλεόραση στα παιδικά
οι νύχτες υποκλίνονται και με μια ευγενική χειραψία αποχωρούν,
όλη μέρα σκέφτεσαι, μέσα στην άνοιξη τον φρεσκοσκαμμένο κήπο,
την έκπληξή τους,
«γι’ αυτό χάθηκες εσύ…» θα πουν.
Θες να τους σπάσεις τα δόντια και να τρέξεις πίσω.
«Μήπως θα ‘ταν καλύτερα απ’ το τηλέφωνό;»

3:00 δεν είναι δύσκολο να μπερδευτείς.
Είναι οι ώριμοι άνθρωποι απ την ουλή του Vela Pulsar,
στο δέκατο βήμα γυρίζουν πίσω το βλέμμα,
ανοίγουν ερωτικά τα χείλη σ αρπάζουν απ το χέρι.

- «Bocca della Verita».




Payday Mr. Euler

Θολά νερά και γερασμένα αρπακτικά
κουρασμένα τοπία με την καρδιά να βασανίζεται να σπρώξει μια ανάσα.
Πίσω απ το κύμα με το στόμα ανοιχτό
λιγότερο από εδώ
στην Άρκτο με τα φρέσκα ψάρια σε χιλιόμετρα μορφίνης
η Εδέμ περισσεύει στον πιο λεπτό ουρανό.
Οπισθοχώρηση.

Βόρεια κι ανηφορικά,
αναπνέοντας με δυσκολία
μετά τον πανικό,
Red ισημερία γεννά μόνο το κεφάλι.
Η παγοκύστη επιπλοκή
μια αρτηρία λέξη
δύση κι ανατολή
να περιστρέφει.




ΛΗΡ

Ημιτελής και ξεχασμένος

με τη λαιμαργία και την καθαριότητα της αναμονής

απ’ το γκέτο των δύο σ’ απογεύματα που ούτε ο Bruce δεν σώζει

προσπαθείς να χωρέσεις κάτω απ’ τα μεταλλικά καπάκια των υπονόμων

οδός διαμορφωμένων χαρακτήρων

μιλάς σαν να κοιτάς παλιές φωτογραφίες:


Σημάδι του Σείριου

κατάπινε βραχομάζες θαύμαζε ακροπόλεις Έλληνα μονογενή.

Διάλεξε πλευρά κι αυνανίσου με τον Αϊνστάιν.


«Νομίζω είδα αρκετά» λέει και τεντώνει το λαιμό της

είναι μια επίσκεψη που μεταφέρθηκε στα σκοτεινά

ανοίγεις το στόμα να πείς κάτι απλό κι όλα τα χρόνια που περίμενες σε σπρώχνουν πάνω της.

Κάτω απ’ το γραφείο

«αύριο βράδυ στο ίδιο σημείο».

Τα υπόλοιπα είναι πάντα εκεί

απ’ το στόμα του λιονταριού στο ξεροκόμματο της σκοτεινής ύλης

οικολογία-φιλοζωία-33 χρόνια δημοκρατίας

είναι απ’ τις νύχτες που θα ‘θελες ν αλλάξεις τον κόσμο

μα θα ‘νιωθες βασιλιάς αν έπιανες τ’ αστείο της παρέας.

Διάλεξε πλευρά

βάλε χέρι στην ουδέτερη ζώνη


Κάτω απ τη γη σ αποστειρωμένη τρεχάλα βασιλιά μου

ο Elvis κρύβεται κάτω απ’ τα πυκνά δάση της Ελβετίας

κλέψε το κέρμα του Αχέροντα

κάνε την φιγούρα σου και τρέξε.





Δεν είχε δύναμη ο ήλιος,
πρόβαλε απ το τρύπιο σύννεφο στις γκρεμισμένες σκεπές των πρώτων σπιτιών
υποχώρησε προς το βουνό και βαριανασαίνοντας χάθηκε πάνω από το πευκοδάσος,
στην τεχνητή λίμνη το ψάρι άνοιξε το μάτι πάνω από το νερό,
εκείνη κουλουριάστηκε μέσα στις φτέρες περιμένοντας.
Το τρένο που σφύριξε στην πεδιάδα δεν άφηνε καπνό, ήταν ένα μπλεκόκκινο οτομοτρίς μύριζε πίσσα και διέσχιζε την μύτη μιας καταπράσινης χιονοστιβάδας,
το ακολούθησε με τα χέρια της ως τη φωλιά στους πρόποδες του βουνού, φαντάστηκε το τράνταγμά του και κατέβασε τα χέρια της για να το ελευθερώσει. Υπήρχε μια συνομωσία στις ανεπαίσθητες κινήσεις του τοπίου γύρω της, κινήσεις καταγεγραμμένες στο μάτι του ψαριού. «Είναι μια παράξενη μέρα για σένα» είπε στο πιο κοντινό της τσεκούρι και πλησίασε περισσότερο όταν ψίθυροι κρυμμένοι στα κυκλικά αυλάκια του δέντρου αναπήδησαν όπως το θνητό της αίμα.





Άνοιξη του Ερμή
ένα τεράστιο τύμπανο που τραντάζεται
in a lonely place.
Στροβιλίζεται η άκρη του δρόμου κάτω απ το όρος της Σελήνης
δεξιά η γραμμή του Κρόνου κι αν υπάρχει σβήνει

Αλάτι στις όχθες του Αρνό
θειάφι ως την Τοσκάνη.

Ξαπλωμένος
περιμένοντας βοήθεια μέσα στη νύχτα
μόλις που μπόρεσε να σηκωθεί και να ανοίξει το παράθυρο
έψαχνε βιαστικά κάπου να κρατηθεί
θα ήταν η τελευταία φορά που θα κρατούσε κάτι μέσα στα χέρια του
τα πρώτα χνώτα έπαιρναν την μορφή του και διαλύονταν πότε πάνω απ τον ορίζοντα πότε στην τσιμεντένια αυλή του ακάλυπτου.
Η Αρκάνα μίλησε.
«Τι να σκέφτεται ο Βοώτης γι' αυτούς, καθώς οδηγεί τα κυνηγόσκυλά του πάνω απ' το ζενίθ;»
Ήταν ζωντανός δίπλα στο ποτάμι τριγυρισμένος από τα ίχνη και την πυρίτια μυρωδιά των αστερισμών
έμπηξε με μίσος τ’ αγουροπράσινο ρόδι στο βρεγμένο χώμα
το ξαναπήρε και στ απλωμένα χέρια του η βροχή σκόρπισε το χώμα.
«Στους επτά κίονες Θώθ».





Στον πρωινό αέρα το πρόσωπό του ήταν μια ανοιχτή πληγή που έκαιγε.
Δεν λυπήθηκε τα μαραμένα λουλούδια των τάφων
έκοψε καινούργια
στα χέρια του μια μελανιασμένη ακέφαλη σάρκα.
Σάββατο 31 Οκτώβρη.
«Ξέρω πως είσαι πιο νεκρή από μένα
και το σώμα μου μέσα σου είναι λιγότερο απ' τα λόγια πάνω στον τάφο,
κονιάκ και λευκά τριαντάφυλλα και στίχοι του Μίσιου
και το αμίλητο ζευγάρι πάνω στο κάστρο»

Πίσω απ το γύρισμα του ποταμού
μια λάμψη που είχε ξαναδεί μέσα απ τα μισάνοιχτα μάτια της
σχεδόν αόρατη μέσα από σκόνη και νέφη
mean reds πάνω απ τον ανοιγμένο τάφο.
Σκέφτηκε να μην ανασάνει να μην ανοίξει καν τα μάτια του
στα χείλη του το λαρύγγι του Morrissey έσταζε λάβα Graceful-Gladioles
όταν χίμηξε πάνω της σπάζοντας το τελευταίο του Gauloise ίσα στο φίλτρο.

Μοιρολόγια στη «Santa Monica» με τις σκουριασμένες κούνιες δίπλα στο ποτάμι
και τα παιχνίδια είναι για παιδιά…






Βάδιζε όλη μέρα απ την μια άκρη της πόλης στην άλλη,
25 λεπτά υπόθεση, ώσπου βράδιασε.
Έφτασε κατάκοπος σπίτι. Η πόρτα δεν άνοιγε πάλι. Χτύπησε το κουδούνι από συνήθεια.

Έκπληκτος άκουσε βήματα πίσω από την πόρτα και μια γυναικεία φωνή τον ρώτησε φωνάζοντας δυνατά και σταθερά:
«Ποιος είναι;»
Πριν απαντήσει η πόρτα είχε ανοίξει. Η μορφή της γυναίκας δεν του ήταν άγνωστη.
- «Καλώς ήρθες. Πέρασε».
- «Είναι το σπίτι μου».
- «Πέρασε».
Εκείνος κοντοστάθηκε. «Είναι η Ερινύς, αυτή που καλείς να ξεφωνήσει μέσα στο σπίτι...» μουρμούρισε χωρίς να την ξανακοιτάξει και πέρασε.

Γυρίζοντας, τον είδε να κάθεται ανάβοντας τσιγάρο στο στρωμένο τραπέζι.
«Μπορείς να φας όσο κρέας θέλεις είμαι χορτοφάγος» του είπε,
εκείνος γέλασε δυνατά κοιτάζοντας το σφαγμένο πορτοκάλι δίπλα στο καλοψημένο χοιρινό μα όχι για πολύ,
ο καπνός του τσιγάρου περιστράφηκε μέσα του κάνοντάς τον να βήξει,
μένοντας χωρίς αναπνοή έβηξε δυνατότερα.

Δεν μίλησαν περισσότερο, δείπνησαν και κοιμήθηκαν χωριστά.
Όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι εκείνος είχε φύγει,
βρήκε κρύο καφέ στην κουζίνα, έβγαλε λίγα σταφύλια απ’ το ψυγείο άναψε τσιγάρο και κάθισε.
«Εδώ» ακούστηκε η φωνή πίσω της,
γυρίζοντας πρόλαβε να δει την κομμένη ουρά ενός αριθμού να ξεφεύγει απ’ τα σκληρά φύλλα του ημερολογίου της και ν’ απομακρύνεται.
Έφερε λαίμαργα στο στόμα της μια μισοπαγωμένη ρώγα σταφύλι και μούγκρισε ευχαριστημένη.

«Καλωσόρισες Τισιφόνη» είπε στον καθρέφτη και άνοιξε την εξώπορτα.
Την έσυρε απ τα μαλλιά στο υπνοδωμάτιο. Πίεσε το μαξιλάρι πάνω στο άσχημο πρόσωπό της. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν ένα ανέκδοτο που δε θα προλάβαινε να πει στο κυριακάτικο τραπέζι. Η τελευταία ανάσα της ήταν ένα αστείο που σταμάτησε με την καρδιά της. Πήρε το άψυχο σώμα και το κατέβασε στο υπόγειο.

Βράδιαζε όταν κατάκοπος, μετρώντας ανάποδα έφτασε στην εξώπορτα.
Η πόρτα δεν άνοιγε, χτύπησε το κουδούνι και περίμενε, η ουρά του αριθμού κουλουριάστηκε άρρητη στη χούφτα του, η πόρτα άνοιξε όταν μια τυχαία λέξη άρχισε να επαναλαμβάνεται,
η διαφορά με πριν ήταν ότι τώρα δεν μπορούσε να ξεφύγει,
δεν υπήρχε τρόπος να σκεφτεί.
Η δίνη μεγάλωσε.

Το κρυμμένο γράμμα που αλλάζει τις λέξεις


Το κρυμμένο γράμμα που αλλάζει τις λέξεις

Να ΄ναι καιρός,
με το γλαυκό μάτι να μαντεύει,
απ’ όνειρα σταχτιά να προστατεύει,
ν’ ανταμώνουμε.

Έξω ουρανός,
ανθρώπων έργα
υπεροχή
ζουρλομανδύας λέξη κι άναρχοι αστερισμοί.

Αιγαίου μοναξιά, κρυφά έρχεται,
συντροφιά μου.

Κλείσε τα μάτια,
διάλεξε τα πρόσωπα να ‘ναι γνωστά,
αν θες να ξέρεις,
το μάτι του γαλαξία ξόφλησε με το παρελθόν.
περιμένουμε,
όσο να ταξιδεύουμε μαζί,
κι όλα τα όνειρα έχουν την λέξη
Μέλλον.




Abell 2029

«Σε θυμάμαι ναι

μνήμη στραβή ραφή στα πανωφόρια της Πανγαίας

κι ένα φεγγάρι με ανέμους…»


Tο πλοίο απ την καλή πλευρά του ποταμού θ αναχωρούσε.

24 αναπνοές

για μια πορεία που διάλεξες λάθος πλευρά

κι η στάθμη του νερού ν ανεβαίνει.

Βρέξαμε τα πόδια μας στην απέναντι όχθη που ξεπλένονται οι λέξεις

ήπιαμε καφέ και τσίπουρο

τώρα όλα περιστρέφονται γύρω απ τη λέξη.


Μέσα στο χέρι σου ένας αλάθητος διαβήτης ή ένας απόμακρος κομήτης.

Άκμητος ρυθμός ενέλιξης

ώσπου ελπίζεις και ρωτάς.

«Εχθρός ή φίλος;»


Touch me Brown Dwarf.

Αδειάζω λέξεις μνημόσυνα.

Ξαναγεννιέμαι.


Πίσω η πόλη εύπλαστη μνήμη

κι η λευκή κιμωλία στα χέρια

απαιτεί να μάθω.


Μια ευθεία θα σε γύριζε ανυποψίαστη από βορρά σε βορρά

κι ακόμα πιο ανατολικά

απ το ποτάμι ως τη θάλασσα

«idiot» you say

«ξέχασες την μοναδική ατάκα που έπρεπε να πεις

στολίστηκες για ένα μικρό βήμα στο φεγγάρι».





SIRIUS ORION KOCHAB THUBAN


Ονειρευόμαστε διάφανους ωκεανούς.


Το ίσον μια πιθανότητα της Ιστορίας,

στο συνεπάγεται τα fractals του άνθρακα,

με όσες γνώσεις να αισθάνεσαι στα κύματα

τη διαστροφή του Δαρβίνου.


Κάνε μια στροφή,

πιο γρήγορα απ τη γη,

και θα ξέρω τι σκέφτεσαι.


Όταν χάραξε, ό,τι φάνηκε στα μάτια του ήταν ένα κομμάτι του κόσμου.

Ζωγραφισμένο στον τοίχο πάνω απ’ το κρεβάτι,

το ξεθωριασμένο χείλος του φεγγαριού έσταζε υγρασία στην αφυδατωμένη γη,

μια ρωγμή ως τον τελευταίο πλανήτη και τα χρώματα χύθηκαν βιαστικά απ' το κάστρο πάνω στο πράσινο λόφο

ως κάτω απ την σκουριασμένη γέφυρα στην ανατολική έξοδο της πόλης.


Κράτησε την αναπνοή κι αισθάνθηκε ελαφρύτερος,

έσφιξε τις φλέβες μέχρι που τα δάχτυλα του μελάνιασαν,

τα χέρια εναρμονίστηκαν με το ανάλαφρο τρέμουλο του σταχυού που κύκλωνε την πόλη,

τα ρόδινα χνώτα του ήλιου ήταν σύννεφα τεράστια δάχτυλα που έλυναν τις θηλιές της Αριάδνης υπακούοντας στη σκέψη του,

ανεστραμμένοι αριθμοί, κρεμασμένες λέξεις, στροβιλίζονταν καθώς έπεφταν με δύναμη στον κόσμο του.

Κάθε μέρα όλα ήταν βαρύτερα μια λέξη.


Απ το 1 ως το 10

με τί μοιάζω;


Λίγο πριν το μέσο του ορίζοντα,

ένας όγκος έτοιμος ν' ανοίξει,

μαστιγωμένοι γαλαξίες στην ευθεία

και τα πρησμένα μάτια του σύμπαντος που συνωμοτεί.

Ποιός μας πρόδωσε Spinter Milky;





CETUS I


Κλεψύδρες ανοιχτές
σάπια δόντια μικροκακοποιών αλχημιστών
με την κοινή λογική
πόδι εμπρός στ αριθμημένα βήματα
και στο υπόλοιπο ιερείς.

Απ τα χαντάκια με τα ρώσικα ονόματα
ως τις κεντρικές λεωφόρους
το μισοφαγωμένο αποτύπωμα και το χορτοφάγο σκουλήκι.

Στο ζύγι το όμικρον του σύμπαντος που έβγαλε ουρές
ένα κέρμα η ευχή
η πιο φτηνή συνωμοσία.





CETUS II


Κάλπικες λίρες για τη φωτιά φτηνό ασήμι για τον πάγο.


Στο κατάστρωμα όλα τα πλούτη στο μακρύ λαιμό της Ανδρομάχης,
σε κάθε λιμάνι η Ιφιγένεια, το άγριο χόρτο στο βωμό,
κρύβει την οχιά μέσα της,
σε κάθε ευχή ξεπηδούν αδιαίρετοι θεοί
οι αριθμοί του Πυθαγόρα.
Κάτω απ τον ουρανό,
η ανορθογραφία των αισθημάτων,
το σκληρό γιώτα του προσωρινού,
το λευκό μάρμαρο με Faber-Castell ιερογλυφικά:

fuck the past

«ό,τι απέμεινε απ’ το παρελθόν» ερμηνεύει ο μάντης

Να φεύγεις
να ξεχνάς.

Απ' τ' αγκίστρι που ξεπλένει μέσα σου η χολή
ως την ασύμμετρη ουρά του γαλαξία,
η όραση αρπάζεται απ’ τη σάρκα.
Τ' άστρα συγκεντρώνονται πάνω απ’ το μαντείο.

Απόψε, είναι η φωνή της ωρόρας
που θρυψαλιάζει το χώμα και δυναμώνει το σφυγμό.
Απόψε το μέλλον είναι Βορράς.
Ξαναδέσου στο κατάρτι.
Ούτε κουβέντα για τις γραμμές παλιών προσώπων
και τα πνιχτά γέλια όταν η πόρτα κλείνει.





DELIRO

Μιλούσα σπάνια
μιλούσα αδιάκοπα
δεν είχα ιδέα πώς να σκέφτομαι
πώς να κινούμαι μέσα σ’ αυτό το σημείο που επαναλαμβάνεται

ώσπου το σκοτάδι που θρυμματίστηκε μπρος στα μάτια μου
ή το λαμπρό φως που εισχώρησε στα νεύρα και στους μυς
έφερε ξηρασία
ή πλησίασε τόσο πολύ
έγινε η προέκταση του μυαλού
έχοντας όλα τα συναισθήματα μαζί
και καμιά εικόνα.

Θα μπορούσα ν αλλάξω
κόβοντας τον ομφάλιο λώρο του εγκεφάλου
να συνεχίσω απ την έκρηξη
κοιτάζοντας κατάματα τον ήλιο να πω το θέλημά μου
κι όλα ν αλλάζουν.
να αποχτούν επιχειρήματα
να γίνονται γεγονότα
γιατί το σύμπαν κι εγώ συνωμοτούμε.





Ιsterica Salpetriere

Ήμουν η παγωνιά εκεί
Φυγή.

Η ανάμνηση να ναι
Υπέροχη
Υπεροχή.

Έχω ταξιδέψει όλες τις χώρες
ανεβαίνοντας απ το υπόγειο στον εξώστη.
«Ποιόν Δον Κιχώτη μιμήθηκε ο Δον Κιχώτης;»

Βαθιές χαρακιές
λες «σύννεφα στον ουρανό».
Πρησμένες αρτηρίες
λες «δρόμοι της πόλης».
Συναντιούνται;

Βρήκα μια πέτρα πεταμένη στην όχθη
ο λαιμός μου έσπασε στην προσευχή
πήρα την πέτρα έχτισα μια πόλη
τα χέρια λύθηκαν και ξαναδέθηκαν
η πόλη σιγούρεψε την ύπαρξή της…

Αμβούργο-Πλίμουθ
στην αφετηρία
στο κλείδωμα του χρόνου
συλλέκτες λέξεων
συλλέκτες φυλακτών.
Η ανοιγμένη κόρη του ματιού στο σκοτάδι
καταπίνει τα πάντα.





Δωμάτιο 412

Στο ξενοδοχείο με τα άδεια δωμάτια
δίπλα στο σταθμό του τρένου
παντού υπήρχαν σκαλοπάτια
κι όταν ανέβαινε κανείς πριν μιλήσει
ηχώ κατέβαινε
η φωνή του Springsteen.

Crazy Janey and her mission man...

H πόρτα στο δωμάτιο έκλεισε τρίζοντας.
Στάθηκε στον καθρέφτη.
Δίχως να πει λέξη,
έκλεινε τις καλύτερες συμφωνίες με τη σάρκα.
Χαμήλωσε το φως
αφήνοντας τις σκιές να κερδίσουν λίγη ακόμα επιφάνεια,
στο κέντρο του δωματίου ένας πεταμένος οδηγός διακοπών,
δεν έδωσε σημασία στη χώρα,
διάλεξε μια λέξη
κι η σκέψη του χάθηκε μέσα της.

«Ό,τι χάθηκε επιστρέφει στα μάτια,
έχω αίμα περιττό και την δύναμη να τρέχω μάταια
τόσο γρήγορα ώσπου δεν έχω που αλλού.»

Κάτω απ το στρώμα,
το κέρμα με τις ίδιες πλευρές
και τ’ απόκρυφα λόγια της Rosetta
«Η επιλογή παραμένει.
Δεν έχω να πω.
Είμαι ακέραια η μνήμη
η λευκή σελίδα που μπορείς να γράψεις οτιδήποτε.
Δεν θυμάμαι όνομα όπως πέρασμα
θυμάμαι ήχους όπως πτώση.»
Στάθηκε στον καθρέφτη και το πρόσωπό του άλλαξε.
Στη θέση του καινούργιου θα γεννιόταν σαν συμπέρασμα
η τελευταία απόδραση του Χουντίνι.

«Ώσπου η ομορφιά έσκασε πάνω μου
παντού νερά κρυστάλλινα νέων ποταμών και σύννεφα από στάχτη»...
………………………………………........................





Houdini's Wife

"Δεν πίστευα στα φαντάσματα
μέχρι που είδα ασπρόμαυρη φωτογραφία".

Γύρισε ανάποδα τον καθρέφτη και στάθηκε.
"Θέλω ένα σπίτι να βλέπει στη θάλασσα".
Το παράθυρο έκλεισε.
Άφησε το καπέλο πάνω στο κρεβάτι λέγοντας
7 φορές το 7 77 και οι κατάρες 777
βρήκες το Ρ που σε σκέφτεται;
Να πίνεις καφέ από ρεβίθι,
να κι η γραμμή που χωρίζεται,
μια ανάσα η επιστροφή.

Ο καθρέφτης έγινε παράθυρο της καινούργιας πόλης
και το παράθυρο έσπασε φτιάχνοντας αστερισμούς.

"Σε κάθε μου βήμα μια λέξη ανατινάζεται.
Κι αυτά τα έκπληκτα μάτια πάνω στα ίδια και τα ίδια"





Strange happenings in the attic

Υπάρχει ένα φιλμ που δεν θέλεις να εμφανίσεις ούτε να πετάξεις.





Οι καλοί κλέφτες

Αδύνατον να δραπετεύσουμε.
Εκείνοι είναι πάντα εκεί
μπροστά στην πόρτα κάθε πρωί
με μια στοίβα από καινούργια cd dvd βιβλία.
Τις νύχτες μόνο κρατάμε σφιχτά το κλειδί απ’ τα διαμερίσματά τους
υπογράφουμε όλα τους τα έργα ή όσα δεν έκλεψε ο Πικάσο
αλλάζουμε θέση στα έπιπλα
και περιμένουμε υπνοβάτες.

Soties για τις καρφιτσωμένες μέρες...





Eye Clusters

Το κόκκινο μάτι της αγρύπνιας
απ’ το κέντρο της γης εγκυμονεί
απ’ το κέντρο του γαλαξία εποπτεύει.





First day in town

Ξεκινάει,
γράφεται η λέξη,
σπασμένου καθρέφτη,
νεκρού αστεριού κομμάτια,
μες στη σιωπή μνήμη ωραία κοιμωμένη πλάθουνε,
να γεννηθώ,
με λανθασμένους κώδικες
ξανά να θυμηθώ,
να ονομάσω.
Μην σκεφτείς
κι ούτε να πιστέψεις,
χτύπα,
χτύπα ώσπου ο μακρύς λαιμός που κρατά την μαγεμένη λέξη
σ π ά σ ε ι.





Η ανάσα μου απ την έναστρη σκιά των πυραμίδων,
στον βιαστικό λόγο του νερού ως την Besancon,
δεν έχω ανάγκη,
με τσακισμένα άκρα,
δεν έχω δάχτυλα,
δεν έχω φόβο,
με μια στροφή διαφορά,
δεν έχω στόχο.

ΑΝ μόνο
ΑΝ
Όλα θα ‘ταν αλλιώς
ΑΝ
Σεισάχθεια.





Προς το παρόν Δικαιοσύνη.

Συλλαβίζοντάς μας
ένοχες μεταβλητές
πρόσωπα οικεία
δαγκώνουν τις λέξεις
σφραγίζουν τις εξόδους
παίρνουν την πράξη.
Ό,τι κι αν έχασες
αυτοσχεδιασμοί
ιερές αναπνοές
δούλες λέξεις

Στη θάλασσα
και πιο ανατολικά.

Να συνηθίζεις.

Δες το πρησμένο δέρμα μου
αυτό το σώμα
ακίνητο για χρόνια:
Τα άγνωστα πρόσωπα στο κέντρο της πόλης

Φωνές


Ήρθε με την ανατολή, με το σάλπισμα πόλης-κράτους,
ήρθε με τ άρωμα βροχής να εξαγνίσει την μισογεννημένη μου σάρκα.
Στάθηκε για λίγο στα νερά του ποταμού που κυκλώνει το χώμα
και χάνεται βαθιά μέσα στη γη
και πέταξε πάνω απ το μαύρο βουνό που η ουρά του βυθίζονταν στην θάλασσα.




Ένα παιδί που λυπάται δίνει στον ορίζοντα το Μεγάλο Ρολόι.

"Δεν υπάρχει νικητής μήτε νικημένος στο λόγο των αιώνων" είπε
πατώντας πάνω σε καθρέφτες
τραπουλόχαρτα
καπέλα αφημένα στο κρεβάτι.
"Κάνε μια ευχή."

"Εμένα η φλέβα μου δε χτύπησε την πρώτη μέρα.
Μόνο η αύρα που έφτανε με σκόνη πυκνή,
μου κάλυψε τους ήχους της καρδιάς, ανοίγοντας το χώμα
κι απ’ ένστικτο κοιμάμαι στους θανάτους..."




Αύγουστο μήνα τα σπίτια ψηλώνουν, οι λεύκες γέρνουν αναποφάσιστες.
Αφυδατωμένη,
κάτω απ τα βαριά σκεπάσματα του λόγου,
η αμφιβολία.




Η πόλη ανακαλύπτει τον καθρέφτη
εγώ, μπορώ να δω το πρόσωπό μου;




Κάθε βράδυ κλεινόμαστε σπίτι,
πόρτες και παράθυρα σφραγισμένα.
Κάθε μέρα χάνονται αντικείμενα άνευ άξιας,
ο κλέφτης αφήνει σημειώματα του στιλ:
«θα σου λείψει αυτή η φωτογραφία έτσι δεν είναι;»
Φώτα κλειστά η τηλεόραση ανοιχτή.
Η σκιά του λύκου τρέχει από τοίχο σε τοίχο.
Λευκή κρυσταλλική ζάχαρη φράζει τις αρτηρίες.




Το φως άναψε,
η σκοτεινή φιγούρα που τον κοιτούσε στο τέλος του διαδρόμου χάθηκε,
πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, φρέσκος καφές και φιγούρες από σοκολάτα,
έκοψε το κεφάλι της πριγκίπισσας και το ‘φερε στο στόμα.

Κάτω απ το τραπέζι,
το μερμήγκι προστάτευε την ακέφαλη πριγκίπισσα,
όταν σκοτείνιασε την έσυρε στη φωλιά του.




Η ουλή στο μέτωπό σου, μια μικρή χαραμάδα που φοβάμαι να κοιτάξω,
σου ‘χω αφήσει μικρά κομμάτια σιδήρου
κι ένα ποτήρι νερό από τη βρύση,
πιες και τ’ αστέρια θα γίνουν φωτεινές κουκίδες σε μια ευθεία που δεν καταλαβαίνουν,
για να μπορέσεις εσύ να διαβάσεις τη λέξη.




Τρεις μέρες το φως ήταν κομμένο.
Κάθε φορά που στεκόταν στο παράθυρο, εκείνη ζωγράφιζε έναν καινούργιο ήλιο,
ώσπου τα μάτια της κάηκαν.
Για να εκδικηθεί, ζωγράφισε σπίτια με μεγάλες αυλές,
στα χέρια τους, κρατούσαν τα παιδιά, τον ήλιο για φεγγάρι.




Τα μάτια τρεμόπαιξαν.
Απόγευμα με μικρά βήματα στην πόλη,
η σκιά γύρισε στο στήθος και φώναξε «θεός»
το φως χάθηκε σφυρίζοντας «red right hand»
ο δρόμος ήταν μια γυναίκα με μαύρο παλτό
στην τσέπη της κρατούσε την λέξη.
«Έχω έναν ήλιο ανάμεσα στα πόδια μου,
σε περίμενα για το καλύτερο και το χειρότερο» είπε και χωρίστηκε στα δυο.
Εκείνος που μπορούσε να δει το μέλλον κοιτάζοντας τον ουρανό και βρίσκονταν ένα βήμα απ το να ελέγχει το σύμπαν, έπεσε.
- Απλή τύχη.
- Απλή τύχη




Ούτε που δίνω σημασία στις ημερομηνίες
καλοκαιράκι και στην γειτονιά κάποιος πήδηξε απ τον τρίτο.
Στο τηλέφωνο ήθελα να πω «σε σκέφτομαι».




Πριν, μια μάγισσα είχε ορμήσει να τον σώσει,
το χέρι της έκρυβε νευρικά το πρόσωπο.
Γυρίζοντας ένα βήμα κοίταξε το μισόκλειστο στόμα της μέρας,
μπορούσε να δει τα σύννεφα να στάζουν
και τις σκιές να ορμάνε στους δρόμους από τοίχο σε τοίχο.
«Σε θυμάμαι» της είπε «δεν έχεις πρόσωπο,
είσαι μια σκιά πάνω στον τοίχο».
Με μια κίνηση, τα χέρια του έπλασαν έναν λύκο κι ο λύκος όρμησε μέσα της.

Ανάσανε βαθιά και για μια στιγμή, αν έσκυβε να δει,
το στομάχι της ήταν μια κοιλάδα,
στο κέντρο της ένα σπίτι από διαμελισμένα σώματα
Μια λέξη κάπνιζε ακόμα στο τζάκι




«Το κρύο διώχνει τις κακές σκέψεις» άκουσε τη φωνή πίσω από τις λεύκες.
Εκείνος που παρατηρούσε τα πάντα, νοιάστηκε για εκείνο που συμπληρωνόταν στον καθαρό ουρανό
και κάρφωσε το βλέμμα του στον ήλιο, ώσπου οι μαύρες κηλίδες ενώθηκαν.

Ήθελε τόσο να του μιλήσει που το σώμα της μεταμορφώθηκε σε χωράφι,
έφερε στο νου της το χρώμα του σταχυού, η επιφάνεια ήταν ένα αίνιγμα,
θέρισε μια λέξη και την έφερε στα δόντια.
Η ουρά της σπαρτάρησε καθώς ο γαλανός ουρανός χαμήλωσε, διέσχισε όλη την πόλη και έφτασε την επόμενη.




«Η ανάγκη μου είναι η έπαρση των δρόμων» είπε
και πετάχτηκε στο δρόμο ιδρωμένος.
Κλότσησε δειλά το χαλίκι και κοίταξε γύρω του
«εσύ έρχεσαι φανταστική διαλύοντας πεζοδρόμια».

Με χέρια σφιχτά μέσα στις τσέπες ήταν σίγουρος για την πόλη που θα έβλεπε
ν’ απλώνεται στην άλλη πλευρά του μαύρου βουνού που η ουρά του χώριζε στα δυο
την πόλη που άφηνε πίσω του κι έφτανε ως τη θάλασσα.
Στάθηκε στην κορυφή και κοίταξε για τελευταία φορά το γυάλινο κτίριο.

Η καρδιά του χτυπούσε ακόμα
όταν τα χέρια του έφευγαν προς τη μεριά του φεγγαριού
ψηλαφίζοντας την πηχτή ευτυχία του διαστήματος.
Θυμήθηκε το φυλαχτό που έκαιγε τα χέρια της
και τ’ ανάλαφρο βάδισμα στις ράγες του τρένου.
Το πρόσωπό της πλησίαζε απειλητικά το μουντό ουρανό.

«Στο δέντρο που κόπηκε
ξανά πέρασες-ξανά πέρασες
δεν είχες πια και τόσο αλλάξει» του φώναξε σχεδόν
και πέρασε τον αγκώνα πάνω απ’ τον ώμο του.
Ο θόρυβος της βροχής ανοιγόκλεινε τον κύλινδρο των βηματισμών
μουδιάζοντας για λίγο περιττές μνήμες
κι απεγνωσμένες προσπάθειες ομιλίας...
............................................................................................................
«Έτσι κοιτάνε τους πεθαμένους;» τόλμησε να πει
κι η φλέβα του λαιμού χτύπησε δυνατά
καθώς ένιωσε τον ουρανό να κυλά μέσα του
ν’ απλώνεται σαν αβοήθητη κραυγή και να πεθαίνει.




Το ζάρι πέφτει στην μοκέτα.

«Να α ι σ θ ά ν ε σ α ι».

Κερδίζει η μπάνκα.

- «Απλή τύχη».
- «Απλή τύχη».




Ικετεύω απ’ το λευκό τάφο του ματιού.
Ταξιδεύω...
Τι θέλω και δε θέλω δεν έχει σημασία.
Μόνο για το χρόνο νοιάζομαι που λίγο-λίγο
ξεθαρρεύει κι αφήνει τη ψυχή μου.
Οι πνεύμονες μου θα ‘ναι πια μαύροι, πρησμένοι καθρέφτες,
έτσι που καταπίνω τις σκιές με λάθος τρόπο.
Όμως μπορώ να περάσω την καρδιά μου στην ακινησία
κι έπειτα να κρατήσω παγωμένη, όποια στιγμή θέλεις.




Δυο βήματα μικρά ως τ’ αδιέξοδο.
Λίγο πριν-λίγο μετά: η πόλη, τα φώτα
και μια βροχή από καμένες αεροφωτογραφίες.




Ο έρωτας του σύννεφου ονομάζεται πόλη.
Ντυμένοι στα χρώματα των τοίχων, ανιχνεύουμε τα σπλάχνα μας στην παραπλάνηση της όρασης,κρατώντας ευλαβικά σημειώσεις για τον τόπο, το χρόνο και τη συχνότητα.
Τα όνειρα αποχτούν τη λογική της εξάτμισης,μολύνουν ελεγχόμενα.




Εκείνη συνήθιζε σιγά-σιγά,
έκρυβε μπογιές κάτω απ το μαξιλάρι,
πίεζε τα χέρια της στο μέρος της κοιλιάς
κι όταν τα δάχτυλά της κρατούσαν ένα μωρό, ένα λουλούδι ή απλά ένα άστρο,
στο μακρύ λαιμό τους, η ιστορία του σύμπαντος με άφωνα σύμφωνα
κέρδιζε χρόνο.





Όλα τα συναισθήματα σ' ένα σώμα
ένα σώμα σε μια φάλαινα
μια φάλαινα που αλλάζει γαλαξίες
ούτε που νοιάζεται για τις ευχές
ανοιγοκλείνει το μάτι.
Εσύ περπατάς αλλάζοντας πόλεις
επιστρέφεις στο ίδιο δωμάτιο στον ίδιο ύπνο
και κάποια στιγμή η όραση αποχτά το σχήμα
κύκλο τετράγωνο ή πυραμίδα
κι ο χρόνος μπαίνει στην κλεψύδρα.

«Δικαίωμα να χάνω μέγεθος και ποσότητα».




Κοίτα τις εκτάσεις που εξουσιάζουν το δρομολόγιο,
κάτω απ τις πύλες του Γενάρη,
το χαμένο ηφαίστειο και η μπερδεμένη πυξίδα των αιώνων.
Ταξίδευε λοιπόν
ταξίδευε...




Εγώ ακόμα ξεγελώ τον εαυτό μου με δάκρυα,
αλλάζω τα νύχια μου σε κάθε φόνο,
κλείνω το στόμα,
κρατώ για μένα τον εμετό του χρόνου.

Κρυμμένα πρόσωπα,
μπάσταρδα παιδιά της έκλειψης,
φανερώνουν φωνές μ’ έγχρωμες Polaroid,
κλικάροντας σκηνές ταινίας όπου ο θάνατος μας τρέχει καρέ-καρέ.
Μέσα μου η παρέλαση των Ήλιων διαλύεται,
οινόπνευμα, μανία και θλίψη,
σκορπάνε στα στενά και καταστρέφουν.

«Είμαι νεκρός;» Η καρδιά ζεστή
πάνω στην καμένη μου φωτογραφία, χτυπάει ακόμα;

«Όταν έρθει η ώρα να μιλήσω ξύπνησέ με», μή με ξεχάσεις.
Έχω δικό μου σπίτι στην επόμενη στροφή
έλα αν θέλεις να με δεις
τέτοια ώρα σίγουρα κοιμάμαι.
Βάλε το καθρεφτάκι σου κάτω απ’ τη μύτη μου.
«Ανασαίνω;»




Σε λίγο, ένας ακόμα ήλιος θα εμφανιζόταν σαν πληγή
πίσω από τα σύννεφα...

Μπορούσα να χαϊδεύω τις πόλεις που βρέθηκαν στην αγκαλιά μου.
Παραμερισμένος στο κεντρικό κτήριο του πλήθους,
ν’ ανασαίνω ονόματα χωρίς σταματημό
να διαλύομαι στο νέο μου κορμί.

«Ένα ουρλιαχτό για τη σιωπή.
Ένας περίπατος για την κατάθλιψη»




Η ανάσα μου γυμνή
-φώτα παρακαλώ-
ανεβαίνει στη τετράγωνη σκηνή,
ξεπλένει, ξεπλένει απ’ τα πρόσωπα την αφή,
καίει τους πνεύμονες,
απλώνει τη στάχτη στα όνειρα,
δε τη νοιάζουν πια τα όνειρα.




Οι απέναντι:
Πόλη.

Αν βρεθούμε έτσι στα ξαφνικά
θα πούμε τα νέα μας να γίνουμε ξένοι;




Θα επιστρέψουμε κάποτε σπίτι με το φόβο του άγνωστου
θα αλλάξουμε κλειδαριά κι αριθμό τηλεφώνου
και θα πιστέψουμε πως όλα είναι εντάξει πια...




Μεγάλη θα ‘ναι βέβαια η νύχτα
πόλης στοιχειά και δανεικοί εχθροί
μαυροφόρους θ’ αναλώνουν σαλτιμπάγκους
στο μαύρο παλτό θα επιστρέφεις εσύ
θα συνωστίζεσαι, θα αιμορραγείς, θα γοητεύεις
ένας σκορπιός θα φλέγεται στον ώμο κυκλωμένος
όνειρο θα σβήνει αλλόκοτο η προσευχή
έρωτας ο καρναβαλιστής
και συμμορία θα μοιάζει η περηφάνια.




Μ’ ένα ξένο χέρι για λαιμό
αντέχει η πληγή κοινωνικές συναναστροφές,
σώπασε χρόνια σώπασε πόθους
όσοι σε πίστεψαν θα επιστρέψουν.

Μεταναστεύουν στη σάρκα
εξαπατούν το βλέμμα
μόνο το αίμα αναγνωρίζουν

δεν συμβιβάζονται.




Η άνοιξη, όταν δεν τρέχει μ' ένα ματωμένο μαχαίρι τη νύχτα
παίρνει το χέρι σου και το γεμίζει παγωμένη άμμο.
«Αυτός είναι ο χρόνος» λέει στάζοντας χρώμα σελήνης
είν' η κατάρα του που επιταχύνει το αίμα μου και με τρελαίνει.

Πιο ψηλά, στην ασπόνδυλη πολιτεία
μηχανές τυλίγουν στο μυαλό χιλιόμετρα που έχω σβήσει
χωράφια διψασμένων ματιών ενώνονται και σπάνε.
Πλεγμένα παραμύθια στήνουν το θεατράκι τους στη γιορτή του Κρόνου
την ώρα που ασύμμετρα κορμιά κάνουν έρωτα στο κρεβάτι μου
καπνίζουν τα τσιγάρα που σου ‘χω φυλάξει
και σβήνουν το πρόσωπό μου απ’ τις φωτογραφίες.

... «Να εκδικηθώ πρέπει...Να εκδικηθώ»...

«Άνοιξε τα μάτια μου»
Μια φάλαινα σπρώχνει το κόκκινο υγρό τους.
«Πού είναι το σώμα;»
…Αισθάνομαι τόσο ελεύθερος μέσα εκεί…
Εικόνες μου θυμίζουνε τη διάταξη των άστρων
κι όταν τα μάτια μου στραγγίζουν τους μαύρους κύκλους
το χέρι μου θυμάται τους ρευματισμούς
και το πόδι φυτεμένο στον κήπο του σπιτιού
πασχίζει από συνήθεια να κλοτσήσει μια κολοκύθα.

«Πού είναι το σώμα;»

«Μέσα μου ο ίσκιος της σελήνης»
τους μάρτυρες γνέφει μελλοντικών μου εγκλημάτων
φοράνε τα ρούχα του χειμώνα, μυρίζουν ναφθαλίνη
στέκονται στ’ ανοιχτό παράθυρο και περιμένουν

…μακριά...
μακριά που πέρασαν οι Ήλιοι απ’ τα μάτια
γεμίζοντας το αίμα μας θρόμβους λησμονιάς.

«Φίλα με» είπε
«συγχώρεση ενώ σκοτώνω».
«Λησμόνησέ με» είπε
«στη λέξη που ανασταίνομαι»
κι οι συμμορίες ξεχύθηκαν στις παγωμένες πόλεις
μνημονεύοντας κήπους όπου τα άνθη πεθαίνουν την άνοιξη
λυτρώνοντας προτομές αθώων πραγμάτων
διαιωνίζοντας το κακό...

Με τη φωνή χάνονται μνήμη και σύννεφα
«μίλησέ μου για τη σκιά κάτω απ’ το βράχο»
βλέπω το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ
χωρίς ποτέ να μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό.
ίσως να θυμάμαι ακόμα τη σφαίρα να μεγαλώνει στα γόνατα
και το παλιό κτήριο με τη μεγάλη αυλή.

Ένα κορίτσι ή μια ανάσα φυλακισμένη θεότητα έτρεχε με πόνους στο στήθος.

«Ας ξεχάσουμε τα πάντα που μας ξέχασαν» είπες
κι είναι μια φράση που άκουσες ή νόμισες πως άκουσες
και πρέπει να την κρατήσεις μακριά απ’ τους άλλους.

«Δε θα βρεις ευχή για να μ’ εκδικηθείς»
στο γερασμένο μου φόβο διατηρώ την εξουσία
να υποτάσσομαι να υπομένω.
Κι είναι φορές
όταν αρχίζει η βροχή
τα μάτια μου γίνονται λευκά και κάνω πως πεθαίνω.

... «όμως δε ξέρω ούτ’ ένα χαρούμενο τραγούδι να σου πω.
Πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω ένα χαρούμενο τραγούδι»...

ΗΧΟΙ ΠΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΟΙΧΗ

(χτύπημα της πόρτας)

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
τα άκρα μου είναι πνιγμένα στο αίμα.

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Η σφαίρα κρύφτηκε στον υστερικό εγκέφαλο σώμα-κράτους.

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Στο θόλο του κρανίου η φωνή επέμενε
ικετεύοντας απ’ την άδεια μου δεξαμενή.
«Τίποτα μετά.»

«Στο σπίτι που μένω, οι αιώνες είναι το τζάμι του παραθύρου»
τους αρέσει να τους κολλάω χάρτινα καραβάκια
και παιδικές ζωγραφιές.

«Θυμήσου» είπε ο Ήλιος και κρύφτηκε πίσω απ’ το σύννεφο.
«Είμαι o ιδανικός κρόταφος της μνήμης».
Πες μου πες μου τι να αισθανθώ
το σύννεφο τι να σώσει.
Πες μου πες μου τι να λησμονώ
η όραση τι να συναντήσει.

… «τεράστιες τσιμεντένιες φτερούγες που έχουν τα φαντάσματα»…

Παρατηρώ.

Κοίτα τα χέρια μου με δάχτυλα κόμπους
να προσπαθώ να ρίξω το κέρμα, να μπω κι εγώ στην διαδρομή.
Μες στο σκοτάδι σε οβάλ εικόνες εμφανίζονται οι φίλοι, εγώ, εσύ.
Τί θέλουν;
Κάτι έχω κλέψει έτσι δεν είναι;
Χειμωνιάτικα απογεύματα με την αφή να πληγώνει
και τις φλέβες να πνίγουν λόγια εθισμένα στ’ οξυγόνο
κι ένας ανεξήγητος φόβος
ότι κάπου αλλού το μυστικό που έκρυβα αποκαλύφθηκε
έτσι δέχτηκα να γίνω μάρτυρας σκοτεινών υποθέσεων
αλλά ο ύπνος έπαψε να έρχεται
κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι για το αδιευκρίνιστο της συμμετοχής μου.

«Μόνο το μίσος θα μπορούσα να καταλάβω.
Μη σταματήσεις και ‘συ να μου μιλάς»

Ο ουρανός έκανε ένα μικρό βήμα πιο πέρα
η πόλη μούγκρισε από ευχαρίστηση μεγαλώνοντας
καθώς τα μπαλκόνια λύγιζαν και μάκραιναν.

(βήματα πίσω από την κλειστή πόρτα)

Φαντάζομαι μικρή φλόγα το μυαλό
να καίει να καίει
ή ένα μεγάλο μπέρδεμα με τις αναμνήσεις να φτάνει ως τα μάτια.

Ωστόσο πάνω ακριβώς απ το κεφάλι σου

(εσύ κοιμάσαι)

κάποιος στέκεται να σου ψιθυρίσει το ίδιο παραμύθι
το πιο σύντομο.
«Καλύτερα;»

Το ψυγείο χάλασε
το σύννεφο έλιωσε κι απ’ την κατάψυξη απλώθηκε ομίχλη σε όλα τα δωμάτια
τεράστιες αποστάσεις ξαποσταίνουν ανάμεσα στα δάχτυλά μου
βγαίνω στο δρόμο με τον ίλιγγο της βίας
μια ζωή στην επαρχία
μόνο την όραση κροταλίζουμε, πένθιμων, λευκών τοπίων.
Κάτω απ’ το Μεγάλο Ρολόι
εμείς παίζουμε ακόμα ματώνοντας τα γόνατα
δεν έχουμε μπερδέψει περισσότερο τα πράγματα

κι όλο αντέχουμε βροχή από κομμάτια παλιών κτιρίων

Κάτω απ΄ το Μεγάλο Ρολόι - Κάτω απ’ το Μεγάλο Ρολόι.




Αποκλειστικά όταν ο ύπνος έρχεται με το φως ανοιχτό,
τα δάχτυλά μου δραπετεύουν μέσα στη νύχτα,
χώνονται σε βαζάκια με πολύχρωμες καραμελίτσες,
μαντεύουν τα χρώματα,αισθάνονται.
Ο λόγος γίνεται ο μοναδικός κώδικας επικοινωνίας.
«Έτσι ξεμπέρδεψα για λίγο με τα όνειρα».




«Λυπήθηκα μια νύχτα κι από τότε απλά το συνηθίζω...»




Ωραία εξουσία ανατρέφουν οι φωνές
στην ευωδιά της αστρικής αιώρας.

«Εγκαταλείπομαι πειθαρχημένος πλήρως
στη βία της σκέψης.»

«Η εκδίκηση
με χώμα και ρίζες βαθιές
δεν βρίσκει σώμα.
Με νερό και φύλλα ξερά
η οργή
δεν βρίσκει σώμα.»

«Στον ουρανό αντί για σύννεφα τρέχουν πολύχρωμες εικόνες
πλέουν σε ζεστό νερό τα όνειρα
ακρωτηριάζονται τα δάχτυλα
χίλια κομμάτια σπάνε…»

«Δεν έχω άλλο φθαρτό
βλέπεις ή κοιμάσαι;
Η βόλτα μας βρήκε λίγο πιο ψηλά από το δάκρυ.
Υπάρχει μια σκιά κάτω απ’ το βράχο.
Πού βρίσκονται οι νεκροί σου;»

«Ήρθες υψώνοντας κόκκινο κρασί
να ρίξουμε στους τάφους
να πάρουμε τις απαντήσεις
όμως οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια σου πυκνώνουν
κι εγώ ακόμα δεν έχω βρει το πρόσωπό σου.
Το αίμα μου γέννησε το γέλιο κάποιου άλλου.
Κι εσύ επιμένεις να σου φανερώνω τις βραδιές,
την πραγματική μου ηλικία.»

«Νέος πια
πορεύομαι χάνοντας.
Ευγενικός ανύπαρκτος διασχίζω τους αιώνες δίχως όνειρα
μόνο γυρεύω τις αιτίες...»

«Ποιά είσαι;
Κι εγώ
τί έχω πάθει κι όλο θέλω να μιλήσω;»

«Μπορείς να κάνεις το βράχο;
Θ’ ανέβω πάνω σου, θα γίνουμε τείχος.
Θα έρθω μέσα σου, θα γίνουμε πόλη».

«Ξανά και ξανά
η αρχή.
Διασκεδάσαμε πληρώνοντας
κι είναι ήσυχα πια.
Ήσυχα.
Το δέρμα επουλώθηκε
τα μάτια στάχτη.
Καθαρά καθάρματα
μας έλειψε ο πόνος μέσα μας
αδυνάτισε η σκέψη
κι όλο γυρίζουμε
και μαζεύουμε
ε ν τ υ π ώ σ ε ι ς » .




Μα, είναι κι αυτή η φωνή
που δε σ’ αφήνει να νυστάξεις.
«Σε θέλω Άνθρωπο απόψε».




Θυμάμαι την θάλασσα διάφανη να παίρνει μέσα της τη θλίψη του κόσμου
το χώμα ν’ ανασαίνει δυνατότερα πάνω απ’ τον νεκρό
φώναξέ με τελευταία φορά με τ’ όνομά μου
μ’ αναγνωρίζεις ακόμα
που πρόσωπο έχω σκοτεινά του ποταμού νερά
και ζεστασιά λαβύρινθου δάσους
πολύ παλιά πριν γίνω το γυάλινο κτίριο στο κέντρο της πόλης
ήμουν από φώς και σκόνη στην επιφάνεια ανθρώπων και πραγμάτων
κάθε σώμα ήταν ένα μικρό αίνιγμα για τη λέξη
κι όμως
τα μάτια έβλεπαν αυτό που επιθυμούσαν να δουν
τα νεύρα ήταν προστατευμένα μέσα στην παγερή ομορφιά μου.

Γυρεύω τη διαδρομή που θα δεθεί με τα ίχνη
την ανάσα που καταπίνοντας τον καρπό
φυσάει αλάτι στην καρδιά της ρίζας.

«Μη ξεχνάς πως πρέπει να διστάζεις
πως είναι η πρώτη φορά που γεννιούνται αυτά που έχουν κουράσει
πως είναι ό,τι περισσεύει απ’ την περιστροφή σου
πως είσαι εσύ το πρόσωπο στον καθρέφτη.
Τα κομμάτια του είναι κομμάτια μιας πόλης
που μόνο εσύ θα μπορούσες να ενώσεις.»

Όταν δίψασα λοιπόν νερό θαλασσινό
ένας κύκνος πετώντας νότια έπεσε στα παγωμένα ήδη νερά μου.
Άκουσα το χαρούμενο τραγούδι και δέχτηκα το κορμί του που δεν ήταν κύκνος αλλά σφαίρα.

«Κάποτε τα όνειρα θα εξηγηθούν
τα πρόσωπα θα φανερωθούν
οι φωνές θα σωπάσουν» είπε η σφαίρα
και βρέθηκε στο στόμα του λύκου.
Ο λύκος έγινε το μαύρο βουνό που η ουρά του βυθίζονταν στην θάλασσα
η σκιά του ήταν ο ψίθυρος.

«Η χώρα μου είναι μια λωρίδα ουρανού πάνω στην θάλασσα.»
ακούστηκε ο ψίθυρος και χάθηκε κάτω απ’ την πόλη
που κρύβεται ο άκακος δράκος που φοβερίζει τα παιδιά.

Αυτή είναι η ιστορία του ποταμού που κυκλώνει το χώμα και χάνεται μέσα στη γη.

Το δάσος διαλύθηκε σε χιλιάδες σπιρτόξυλα τα σπιρτόξυλα έγιναν πόλη
η πόλη πετάχτηκε στην σοφίτα
κι αυτή η ιστορία ξεχάστηκε.