Βρίσκω ένα ποτάμι
το καταπίνω
βρίσκω φωτιά κι ατσάλι
τα καταπίνω
βρίσκω ένα κόκκο αλάτι
κοιτάζω απορημένος
κοιτάζω θολωμένος
τον ωκεανό που έφερε αυτό το αλάτι
να πνίγει χωρίς σταματημό
την ανάσα να σταματά
της φάλαινας που ζούσε μέσα μου.
Βρίσκω ένα ποτάμι
το καταπίνω
βρίσκω φωτιά κι ατσάλι
τα καταπίνω
βρίσκω ένα κόκκο αλάτι
κοιτάζω απορημένος
κοιτάζω θολωμένος
τον ωκεανό που έφερε αυτό το αλάτι
να πνίγει χωρίς σταματημό
την ανάσα να σταματά
της φάλαινας που ζούσε μέσα μου.
Στο ποταμό κατευθύνομαι
να σώσει
ένα μήνυμα στην Jane να δώσει
πετάω τις ανακατεμένες λέξεις στη δίνη
μια λάθος στροφή στο κέντρο της πόλης με φέρνει
με τη ροή του ποταμού στα μάτια
βυθίζω το ψηλότερο κτίριο
με τη λάσπη του ποταμού στ' αθλητικά μου παπούτσια
φυτεύω την ουρά ενός αριθμού στη μέση του δρόμου
κοιτάω τους μεγάλους καθρέφτες
ξαναγίνομαι είκοσι και σηκώνω μια πλάκα του πεζόδρομου να σπάσω
πιο πέρα ένα κουρείο
ένας πρώην αστυνομικός κουρεύει νωχελικά
μπαίνω και περιμένω τη σειρά μου
τ' άσπρα μου μαλλιά πέφτουν στο πάτωμα
διψάω ακόμα του λέω και φεύγω
με χτυπάει φιλικά στην πλάτη ένας γνωστός λίγο πιο πέρα
απ' το στόμα μου τρέχει νερό του ποταμού
διψάω ακόμα του λέω και φεύγω
Jane η αγάπη είναι μέχρι να μας βρει
διψάω ακόμα
μια ανάσα που λιγοστεύει η ζωή
γιατί εμένα με ζαλίζει ακόμα το οξυγόνο πες μου απόψε
γιατί διψάω ακόμα.
Που ήσουν στην τελευταία έκλειψη ηλίου του περασμένου αιώνα αναρωτιέμαι
όταν η Κέρκυρα αχνοφαίνονταν απ' το καράβι
κοιτούσα τον ήλιο μέσα απ΄ ένα μαυρισμένο γυαλί
κι όλη τη νύχτα τα μάτια μου έκαιγαν κατακόκκινα
το στόμα βρωμούσε μπύρα και φτηνό ουίσκι
κι απελπισμένα ο έρωτας πνιγόταν στα σεντόνια του ξενοδοχείου
γυρίζοντας πότε αριστερόστροφα πότε δεξιόστροφα
μέχρι που ησύχασε πια
κι εγώ κρατούσα το ματωμένο μαξιλάρι.
Με ταράζει το τέταρτο της σελήνης απόψε
γίνομαι αλχημιστής μετατρέποντας ύλη σε αριθμούς
μπερδεύομαι στα πόδια της αγάπης αναζητώντας συμπόνια
ο μοναδικός μου φίλος είναι ζητιάνος
θα τον δεις να τριγυρνά στα καφέ της πόλης θρηνώντας την παλιά του αγάπη
"με έδειξε η τηλεόραση" θα πει
μοιράζοντας χαρτάκια με αριθμούς
μετατρέποντας τις πενιχρές του εισπράξεις σε χρυσάφι
αναπολώντας μέσα στην πλήξη των θαμώνων τα δυο χρόνια έρωτα
βλάσφημα θα μπει στην εκκλησία και θ' απλώσει το χέρι
μετατρέποντας το χρυσάφι σε σώμα και αίμα.
Περιμένοντας στο κόκκινο φανάρι ενός έρημου δρόμου
σε θυμήθηκα με σπασμένες λέξεις να προσπαθείς να μιλήσεις
κι εμένα να ενώνω τις λέξεις φτιάχνοντας μια διαφορετική εκδοχή.
Ανανέωση
σε λίγο η ισημερία
τα λουλούδια στους τάφους ανθίζουν
ανακοίνωση
θα πουλήσω ακριβά ετούτο το σώμα
που στο χάρισα και το πέταξες σαν τύχη κακή
μια μέρα θα πουλήσω ακριβά ετούτο το σώμα.
Απόγνωση
μια θηλιά οι αριθμοί μου με σφίγγουν και μ' αναγκάζουν σε μικρές ανάσες
η κεντρική γέφυρα της πόλης κάτι τέτοιες νύχτες σε βγάζει στο φεγγάρι
κρύβεις ένα άστρο κάτω απ' το μπουφάν
ένας ήλιος δαιμονισμένος βρήκε φωλιά μέσα στα δέντρα
και 'συ μου ράγισες την καρδιά ν' αγκαλιάζω τον πόνο.
Κανονικά δε θα έπρεπε να γράφω για ένα γέλιο καρφωμένο στην καρδιά
το φεγγάρι ολόγιομο πίσω από σύννεφα διαφανή
ξερνάω πικρή μάζα περιμένοντας να ξημερώσει
πως γλίτωσα το ξύλο του εραστή της αναπολώ
κι ανυποψίαστος της μοίραζα φιλιά όλο το βράδυ.
Τα δόντια μου σπάνε δαγκώνοντας τη λέξη
δεν την αφήνω παρά όταν γίνεται γυάλινη σφαίρα
τώρα λέω τώρα τους χρησμούς θα μου χαρίσει
μου είπε πράγματα να κρατήσω για μένα
μα τα βράδια τρικλίζω μεθυσμένος παραμιλώντας
λέω τα μυστικά της δυνατά
μυστικά που δε τα παίρνει σοβαρά κανένας
μόνο ο τρελός που βρέθηκε απέναντι στο δρόμο
μου φώναξε "καταλάβαμε σκάσε επιτέλους".
Ένας αντίλαλος
από που να ήρθε αυτή η ξεχασμένη λέξη
απ' το χιονισμένο βουνό
ή απ' ένα παιχνίδι που κάνει το μυαλό
ω θεέ φώναξα δυνατά
κι ο θεός υποκλίθηκε στη λέξη
και τίποτα δε μένει να με σώσει.
Είναι χρόνια που ξεπροβοδώ την μάνα
και το ταξίδι όλο παράταση παίρνει
και δε ξέρω αν πρέπει να γελώ ή να κλαίω
στη μοναξιά που έρχεται ένα μαχαίρι κρύβω
στη μοναξιά που έρχεται έχω υποχρέωση δυο γλάστρες να ποτίζω.
Αυτό που φοβάσαι
τι να είναι
στο κόκκινο μάτι της σελήνης
στο λευκό των άστρων χρώμα
τόσα τραγούδια άκουσες αυτή την ώρα να τραγουδήσεις
μα δε θυμάσαι και σιωπαίνεις τρέμοντας απ' το φόβο
όλα χαμένα ακόμα κι αυτοί οι τελευταίοι λες στίχοι
μόνο σιωπή κι υποδέχεσαι
αυτό που φοβάσαι.
Σα μετεωρίτης που καίγεται απ' το οξυγόνο η τύχη μου
σαν ήλιος που καίγεται μέσα στο κενό του σύμπαντος η αγάπη
σαν ανοιχτός τάφος η σιωπή προσμένει τη λέξη
σαν από πένθος βαρύ το μαυροντυμένο σώμα
χάνεται μέσα στο πλήθος της πόλης
αργοπεθαίνοντας τ' απογεύματα στα ηλιοβασιλέματα με μάτια κλειστά
ανοίγω τα μάτια κι είναι νύχτα πια
είμαι σε ξένο τόπο και τα μάτια κάποιου άλλου
κάποιου που έφυγε πριν χρόνια
με μια γλάστρα που τον βρήκε στο κεφάλι
με μια αγάπη που ήταν η μόνη
με μια λέξη που δεν πρόλαβε να πει.