Περιμένοντας στο κόκκινο φανάρι ενός έρημου δρόμου
σε θυμήθηκα με σπασμένες λέξεις να προσπαθείς να μιλήσεις
κι εμένα να ενώνω τις λέξεις φτιάχνοντας μια διαφορετική εκδοχή.
Περιμένοντας στο κόκκινο φανάρι ενός έρημου δρόμου
σε θυμήθηκα με σπασμένες λέξεις να προσπαθείς να μιλήσεις
κι εμένα να ενώνω τις λέξεις φτιάχνοντας μια διαφορετική εκδοχή.
Ανανέωση
σε λίγο η ισημερία
τα λουλούδια στους τάφους ανθίζουν
ανακοίνωση
θα πουλήσω ακριβά ετούτο το σώμα
που στο χάρισα και το πέταξες σαν τύχη κακή
μια μέρα θα πουλήσω ακριβά ετούτο το σώμα.
Απόγνωση
μια θηλιά οι αριθμοί μου με σφίγγουν και μ' αναγκάζουν σε μικρές ανάσες
η κεντρική γέφυρα της πόλης κάτι τέτοιες νύχτες σε βγάζει στο φεγγάρι
κρύβεις ένα άστρο κάτω απ' το μπουφάν
ένας ήλιος δαιμονισμένος βρήκε φωλιά μέσα στα δέντρα
και 'συ μου ράγισες την καρδιά ν' αγκαλιάζω τον πόνο.
Κανονικά δε θα έπρεπε να γράφω για ένα γέλιο καρφωμένο στην καρδιά
το φεγγάρι ολόγιομο πίσω από σύννεφα διαφανή
ξερνάω πικρή μάζα περιμένοντας να ξημερώσει
πως γλίτωσα το ξύλο του εραστή της αναπολώ
κι ανυποψίαστος της μοίραζα φιλιά όλο το βράδυ.
Τα δόντια μου σπάνε δαγκώνοντας τη λέξη
δεν την αφήνω παρά όταν γίνεται γυάλινη σφαίρα
τώρα λέω τώρα τους χρησμούς θα μου χαρίσει
μου είπε πράγματα να κρατήσω για μένα
μα τα βράδια τρικλίζω μεθυσμένος παραμιλώντας
λέω τα μυστικά της δυνατά
μυστικά που δε τα παίρνει σοβαρά κανένας
μόνο ο τρελός που βρέθηκε απέναντι στο δρόμο
μου φώναξε "καταλάβαμε σκάσε επιτέλους".
Ένας αντίλαλος
από που να ήρθε αυτή η ξεχασμένη λέξη
απ' το χιονισμένο βουνό
ή απ' ένα παιχνίδι που κάνει το μυαλό
ω θεέ φώναξα δυνατά
κι ο θεός υποκλίθηκε στη λέξη
και τίποτα δε μένει να με σώσει.
Είναι χρόνια που ξεπροβοδώ την μάνα
και το ταξίδι όλο παράταση παίρνει
και δε ξέρω αν πρέπει να γελώ ή να κλαίω
στη μοναξιά που έρχεται ένα μαχαίρι κρύβω
στη μοναξιά που έρχεται έχω υποχρέωση δυο γλάστρες να ποτίζω.
Αυτό που φοβάσαι
τι να είναι
στο κόκκινο μάτι της σελήνης
στο λευκό των άστρων χρώμα
τόσα τραγούδια άκουσες αυτή την ώρα να τραγουδήσεις
μα δε θυμάσαι και σιωπαίνεις τρέμοντας απ' το φόβο
όλα χαμένα ακόμα κι αυτοί οι τελευταίοι λες στίχοι
μόνο σιωπή κι υποδέχεσαι
αυτό που φοβάσαι.
Σα μετεωρίτης που καίγεται απ' το οξυγόνο η τύχη μου
σαν ήλιος που καίγεται μέσα στο κενό του σύμπαντος η αγάπη
σαν ανοιχτός τάφος η σιωπή προσμένει τη λέξη
σαν από πένθος βαρύ το μαυροντυμένο σώμα
χάνεται μέσα στο πλήθος της πόλης
αργοπεθαίνοντας τ' απογεύματα στα ηλιοβασιλέματα με μάτια κλειστά
ανοίγω τα μάτια κι είναι νύχτα πια
είμαι σε ξένο τόπο και τα μάτια κάποιου άλλου
κάποιου που έφυγε πριν χρόνια
με μια γλάστρα που τον βρήκε στο κεφάλι
με μια αγάπη που ήταν η μόνη
με μια λέξη που δεν πρόλαβε να πει.
Αν πιείς απ' τα χέρια μου νερό θα 'ναι φαρμάκι
τρύπα μου το δέρμα και πιες το καλύτερο ναρκωτικό
των σχιζοφρενών το θάμα.
Η γυναίκα έχωνε καρφίτσες στ' ομοίωμα του άνδρα
"πάει πια πέθανε" είπε η μάγισσα
τώρα τον κοιτά που στέκει παγωμένος κοιτώντας άστρα
έναν άνδρα που μπορούσε ν' αγαπήσει
νέα νύχτα νέο φεγγάρι νέος μήνας
κι οι καμπάνες πένθιμα χτυπάν
"πάει πια πέθανε" είπε η γυναίκα
και γύρισε απ' την άλλη να συνεχίσει τον ύπνο.
Το εργοστάσιο γέμισε φαντάσματα
εκεί που μύριζε μπισκότο και κανέλα
κι ούτε μια αλήθεια δεν έχει ακόμα ειπωθεί
το εργοστάσιο δε σταματά
η παραγωγή του είναι απ' το αίμα των εργατών
γι' αυτό θα λειτουργήσει πάλι.
Μια καταραμένη σχέση ή έναν έρωτα ιερό
αυτό το φεγγάρι κι ο θολός ουρανός θα φέρει πάλι
ω τις νύχτες σ' ερωτεύομαι απ' την αρχή
και πριν ξημερώσει
αφήνω όλες τις βρύσες ανοιχτές
να πλυθεί απ' τα αίματα αυτό το μισό μου σώμα
κι ο καθρέφτης στο σαλόνι έχει ρωγμή
αλλοιώνει του προσώπου την ουλή
που χρόνια βαριά έχουν σφυροκοπήσει.
Γιατί να θυμάμαι
έναν αριθμό να μου τυλίγει το χέρι όταν γράφω για σένα
προσφέρω την καρδιά
δέχομαι το χτύπημα
προσφέρω αυτό το μισό σώμα
δέχομαι μισό θάνατο για μια βραδιά
για έναν ήρεμο ύπνο.
Στα χονδρά μου δάχτυλα έφτασε η καύτρα του τσιγάρου
οι νύχτες έχουν μικρούς θανάτους
φοράω μαύρα ρούχα και κοιμάμαι
πως ατελείωτα μακραίνει ο λαιμός μου όταν είναι να πω την αλήθεια
δε βγαίνει λέξη μα λυγμός
κι έτσι στις παγωμένες νύχτες πεθαίνω και ξαναπεθαίνω
περιμένοντας τη μέρα
ένα θαύμα.