Σελίδες

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Κι αν πρέπει να εξηγήσω

 Κι αν πρέπει να εξηγήσω πως φτάσαμε εδώ 

ποια μυστική διαδρομή χαράχτηκε σε χέρια παιδικά 

δεν γνώριζα πως μπορείς να πας κόντρα στ' άστρα 

να μην ακολουθήσεις κανέναν παρά ένα βουνό που όλο ανεβαίνει 

εκεί μέσα στις φτέρες μια γυναίκα κοιμάται τα μεσημέρια 

κι αυτό που θέλαμε να πούμε μαράθηκε στο στόμα

και τώρα ξεθάβουμε όνειρα μέσα απ' το αλάτι 

απ' την αρχή ξέραμε πως θα φτάσουμε εδώ.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Ξέρω μια γυναίκα

 Ξέρω μια γυναίκα 

έχει τα χέρια στις τσέπες πάντοτε παγωμένα 

μπορεί να κρατάει το φεγγάρι μισό ολάκερο λεπτό 

γνωρίζει λέξεις που οδηγούν τους άντρες στο θάνατο 

το βλέμμα της είναι οι δυο ήλιοι που δεν δύουν 

όταν όμως κλείνει τα μάτια φαντάσματα περπατούν την έρημη γη 

τα δόντια της σπάνε δεν μπορεί να δαγκώσει ούτε ένα μήλο 

πίνει αψέντι κι όταν μεθά θυμάται έναν σκοτεινό άνδρα 

δεν είχε στόμα αυτός μα μια δεξαμενή 

γεμάτη λέξεις που οδηγούν τους άντρες στο θάνατο 

έτσι γλίτωσε και τώρα της στήνει παγίδες να την αρπάξει 

κι εκείνη 

έχει τα χέρια στις τσέπες πάντοτε παγωμένα.

Λέξεις έτοιμες να γεννήσουν λέξεις

 Λέξεις έτοιμες να γεννήσουν λέξεις 

να πολλαπλασιαστούν 

να μη φτάνει ένα στόμα να τις πει 

ο ποιητής κρατάει ένα νυστέρι και σκίζει 

κατάκοπος συλλαβίζει την κραυγή απ' ένα μισό φεγγάρι 

γιατί απόψε μιλάνε όλα 

όπως πολλαπλασιάζονται οι λέξεις 

και δε φτάνουν τα στόματα των ανθρώπων.

Στ' απόνερα του δρόμου

 Στ' απόνερα του δρόμου 

λούζονται τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας 

ή ίσως πνίγονται εκεί κάτω απ' τα πόδια των παιδιών που βρήκαν παιχνίδι 

"να ζωγραφίσω ένα άστρο" λέει ο τυφλός πηγαίνοντας μ' ένα μπαστούνι 

"ν' ακούσω το φτερούγισμα των πουλιών" λέει ο κουφός 

και στη χούφτα τους ξεχειμωνιάζει αυτό που φέρνει τον θάνατο κάθε Απρίλη 

"να σύρω τον χορό" λέει αυτός που είναι χωρίς ποδάρια 

κι όλο περιμένουμε το πανηγύρι τέλειωσε κι εμείς περιμένουμε 

στ' απόνερα του δρόμου 

πτώματα όνειρα του έντιμου πολίτη.   


Τί ανατολή

 Τί ανατολή 

σχίζει στα δυο την πόλη 

τί ανάσα 

γρατζουνά τα πνευμόνια 

τί αίμα 

φτάνει στα κόκκινα μάτια 

τί δάκρυ 

ρίχτηκε στο χώμα να γίνει πηλός

τί λέξη 

ξεστόμισε το στόμα π' αφρίζει 

τί σώμα 

σηκώθηκε αυτή τη νύχτα για να ταξιδέψει. 

Δεν ήταν η γυναίκα που με τρόμαξε

 Δεν ήταν η γυναίκα που με τρόμαξε 

αλλά στα χέρια της κρατούσε μια γυάλινη σφαίρα 

"θα σου πω τη μοίρα είπε" κι έβγαλε τράπουλα να διαβάσει 

"θέλω τη σφαίρα" ομολόγησα όπως πλέαμε μέσα στη νύχτα 

κι η σφαίρα έβγαλε φλέβες έτοιμες να σπάσουν 

τάζοντας στο φεγγάρι το φως του ήλιου 

άπλωσα το χέρι στις ζεστές φλέβες κι η σφαίρα άναψε

το αίμα μου πάγωσε μ' ότι πρόλαβα να δω πριν κι εγώ ματώσω 

απ' την πληγή τρέχει μια ανάμνηση μέσα απ' το βαμβάκι δε σταματά 

είδα πως φάντασμα ήμουν με σάρκα δανεική μιας άγριας νύχτας 

και το πρωί θα 'χω ξεχάσει και πάλι άνθρωπος θα τριγυρίζω.

Κάποια φωνή

Κάποια φωνή 

σαν πάω να γράψω

λέει γράψε "ανάμεσά μας"

κι εγώ απαντώ πως το έγραψα παλιά αυτό 

μα επιμένει 

δε θέλω και να γλιτώσω δε θέλω και να ενδώσω 

συμπεριφέρομαι λοιπόν σα να 'ναι όλα ταχτοποιημένα 

μ' αυτόματη γραφή κάτι προσπαθώ να γράψω 

ίσως και να μιμηθώ τον Λειβαδίτη απόψε 

βαριέμαι να εξηγώ αυτά που γράφω 

βαριέμαι να ταχτοποιώ το σπίτι α την κουζίνα 

την κουζίνα την έχω καθαρή 

μη κοιτάτε που καπνίζω 

είναι πακέτο με τα φάρμακα που παίρνω 

όλα όσα θέλω λοιπόν είναι σε μια κουζίνα 

βιβλία και φαγητό στο ίδιο τραπέζι 

κι ένα ηχείο για μουσική 

μα δε θα γράψω πια "ανάμεσά μας".


 

Αριθμός

 Ο σταυρός που κουβαλάμε 

είναι μοναδικός για τον καθένα 

και να χαθείς δε θ' αλλάξουν τ' άστρα πορεία 

καμιά φορά τυχαίνει κι ο σταυρός ταιριάζει στην πλάτη και πηγαίνεις 

καμιά φορά ο θεός δίνει κι ένα καρφί και η μοίρα σε καρφώνει και πηγαίνεις 

και να χαθείς κανένας δε θα σε ψάξει 

ωστόσο είσαι στ' αλήθεια μοναδικός 

σ' έναν αριθμό που και να λείψεις δεν αλλάζει.

Το συρτάρι

"Ας μιλήσουμε επιτέλους για τους πεθαμένους" λες

κι ανοίγω εκείνο το συρτάρι που πάντα φρακάρει απ' τα πολλά που 'χει κρυμμένα 

δίνω μια και το ανοίγω 

"ας μιλήσουμε λοιπόν" απαντώ 

κι απ' το συρτάρι βγαίνουν φρέσκες ζεστές λέξεις και κλείνουν τα στόματα και των δυο μας. 

Ίσως αγαπήθηκα

 Ίσως αγαπήθηκα πιο πολύ απ' ότι νομίζω 

ίσως κάποια περαστική ακόμα με σκέφτεται

χρόνια μετά τη μικρή μας συνάντηση στο δρόμο 

να με λατρεύει σαν άγνωστο θεό 

μια που με κοιτούσε με το μισό της βλέμμα

ίσως να έβρεχε τότε γιατί εγώ περπατώ χωρίς ομπρέλα 

κι έχω το βλέμμα πάντα σκοτεινό και δεν την είδα ορκίζομαι ποτέ μου 

ίσως πάλι ν' αγάπησα πιο πολύ απ' όσο νομίζω 

έναν αριθμό και τη διάταξη των άστρων 

κι όχι εκείνη που δεν την είδα ορκίζομαι ποτέ μου.

 

 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Αυτό που κρύβεται

Αυτό που κρύβεται σε παλιές φωτογραφίες 
σέρνεται πίσω μου και με κουράζει 
κι οι μήνες περνάνε γρήγορα πια 
η περιστροφή γύρω απ' τον ήλιο σα να επιταχύνει
αλλά τις νύχτες ο χρόνος παγώνει 
γι' αυτό σκεπάζουν τους καθρέφτες σαν κάποιος πεθάνει 
μα δεν θα προλάβουμε ούτε απόψε να βρούμε τι μας συνέβη 
θα ξημερώσει και δε θα μάθουμε ποτέ. 

Perfect Strangers


 

Ακατανόητο

 Σκιές απογευματινές έξω στο δρόμο 

μια γυναίκα ισιώνει τον γιακά της

ο τρελός ανεβάζει τη μπλούζα και τρίβει το στήθος μπροστά στη βρύση 

κατεβάζει τη μπλούζα πίνει νερό παίρνει το ποδήλατό του κι απομακρύνεται 

έχει βήχα κι ακούγεται για ώρα 

μετά τίποτα 

μικροί πιάναμε σπουργίτια τα ψήναμε και κάναμε πως τα τρώγαμε 

ή τα τρώγαμε στ' αλήθεια δε θυμάμαι 

σκοτώναμε οχιές τα μεσημέρια στο μικρό ποτάμι του χωριού 

που πήγαιναν να ξεδιψάσουν 

τρέχαμε σε πλαγιές σκεπασμένες με φύλλα 

ξεδιψούσαμε σε μια πηγή με νερό κρύσταλλο 

είχαμε όλοι παρατσούκλια 

τώρα όλοι κάπου χρωστάμε και δεν ξέρουμε που

και το σκοτάδι που έρχεται θα πνίξει τις σκιές των ανθρώπων 

μια μουσική ακούγεται στο βάθος 

η μπάντα του δήμου παίζει χαρωπά 

οι πόρτες κλείνουν τα βράδια 

μια φωτιά σ' ένα βαρέλι δίπλα στο ποτάμι 

νέοι κατεβαίνουν κρατώντας μια κιθάρα 

"αναπνέεις ρε ακόμα εσύ" κάποιος σου φωνάζει 

γιατί το μέλλον έχει ήδη γραφτεί στα βήματά σου 

δεν έπρεπε να είσαι εδώ 

το λοιπόν πως είσαι;

"Είμαι μήτε νεκρός μήτε ζωντανός" του φωνάζεις πίσω 

Σε λίγο θα κοιμηθείς μ' όνειρα τρομακτικά αγκαλιά σου .

 


 

Όλοι

 Money for nothing τραγουδάνε οι Dire Straits

όλοι κουβαλάνε τον σταυρό 

ας μη γελιόμαστε δεν είναι ο ίδιος 

πότε καδένα στο λαιμό 

πότε ασήκωτος στην πλάτη

όσο αντέξεις λοιπόν 

δεν είσαι και θεός 

μη κρίνεις μόνο.  

Δεν ήξερα

 Δεν ήξερα 

το σώμα ανοίγει απ' την κατάκλιση 

και δώσ' του αλοιφές και περιποίηση μεγάλη 

καπνίζω τώρα στην κουζίνα 

το σπίτι μυρίζει μπριζόλες 

μαγειρεύω και γράφω 

που και που πετάγομαι λίγο στον κόσμο σας για προμήθειες 

γυρίζω σπίτι με τα ψώνια και τις ιστορίες που θα γράψω.

Ένα χελιδόνι

 Γράφω με το φως της κουζίνας να τρεμοπαίζει 

περνώ τη μέρα μου εδώ πότε μαγειρεύοντας πότε κοιτάζοντας τους αριθμούς στο στοίχημα 

στο μπαλκόνι μου ένα ψόφιο χελιδόνι 

λιώνει εκεί απ' το καλοκαίρι 

δεν το πειράζω 

όλο λέω θα φύγει αύριο θα πετάξει 

είναι σκεπασμένο με κάτι μαραμένα πλατανόφυλλα 

κι οι δυο γλάστρες μου επέζησαν απ' την παγωνιά εκεί έξω κι αυτές 

σε μια γλάστρα αύριο θα το θάψω 

αρκετά υπέφερε κι αυτό εκεί έξω.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Να ζεις

 Άδικος κόπος να διαβάζεις 

να ζεις θα έπρεπε στο πρώτο στίχο 

που μόνος σου θα γράψεις 

και τα υπόλοιπα όλα χαμένα.


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Το γέλιο

 Στο δρόμο μια γυναίκα γελάει δυνατά 

μετά ανάβει στα κρυφά ένα τσιγάρο 

περνάει δίπλα μου και μου χαμογελάει

έχει για πρόσωπο μια παιδική ζωγραφιά 

έναν ήλιο κόκκινο κι ένα μαύρο φεγγάρι 

καταρρέει μπροστά μου 

έχει για πρόσωπο μια παιδική ζωγραφιά 

έναν ήλιο κόκκινο κι ένα μαύρο φεγγάρι 

"γιατί μαύρο το φεγγάρι" ρωτάω 

στο δρόμο μια γυναίκα γελάει δυνατά.

 


Ένα δεύτερο φεγγάρι απόψε

 Ένα δεύτερο φεγγάρι απόψε 

βγήκε στον ουρανό ολόμαυρο δεν ξεχωρίζει 

θα κατακτηθεί κι αυτό με μια σημαία 

δίπλα μου εσύ τ' αρπάζεις και το καταπίνεις 

γίνεσαι παγωμένη σαν άγαλμα 

μ' αγγίζεις και μ' ένα φιλί μου το προσφέρεις

καίγομαι μέσα μου απ' το κρύο 

εσύ μου κρατάς το χέρι μέχρι να ξημερώσει

"όνειρο ήτανε" λες 

ο ήλιος βγήκε 

κι έχω μέσα μου ένα δεύτερο φεγγάρι 

"αλήθεια είναι" λες

μου κόβεις τα χέρια να μη το βγάλω 

είναι πικρό λέω

"φαντασία είναι' λες

και περιμένω τη νύχτα πάλι 

να βγει το πρώτο φεγγάρι μπας και του λείπει 

ένας αστροναύτης μ' ένα δεύτερο φεγγάρι στην καρδιά 

θα ταξιδέψω.


 



Επάνω

 Επάνω είναι ο άρρωστος ήλιος 

δε ζεσταίνει σήμερα την πόλη των ανθρώπων 

και τα φυτά καλύφτηκαν με πάχνη 

ένα παιδί αγκαλιάζει τη μάνα κι εκείνη γερνάει 

δε σταματάει να γερνάει 

το παιδί τη σφίγγει 

θα παραμείνει παιδί για πάντα 

ή θα γεράσει σε μια στιγμή.