Σελίδες

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Λιώνοντας Μόνος


 

Τα δόντια μου σπάνε

Τα δόντια μου σπάνε δαγκώνοντας τη λέξη 

δεν την αφήνω παρά όταν γίνεται γυάλινη σφαίρα 

τώρα λέω τώρα τους χρησμούς θα μου χαρίσει 

μου είπε πράγματα να κρατήσω για μένα 

μα τα βράδια τρικλίζω μεθυσμένος παραμιλώντας 

λέω τα μυστικά της δυνατά 

μυστικά που δε τα παίρνει σοβαρά κανένας 

μόνο ο τρελός που βρέθηκε απέναντι στο δρόμο 

μου φώναξε "καταλάβαμε σκάσε επιτέλους".

Στον Θάνο Ανεστόπουλο

 Ένας αντίλαλος 

από που να ήρθε αυτή η ξεχασμένη λέξη 

απ' το χιονισμένο βουνό 

ή απ' ένα παιχνίδι που κάνει το μυαλό 

ω θεέ φώναξα δυνατά 

κι ο θεός υποκλίθηκε στη λέξη 

και τίποτα δε μένει να με σώσει.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Είναι χρόνια

Είναι χρόνια που ξεπροβοδώ την μάνα 

και το ταξίδι όλο παράταση παίρνει 

και δε ξέρω αν πρέπει να γελώ ή να κλαίω 

στη μοναξιά που έρχεται ένα μαχαίρι κρύβω 

στη μοναξιά που έρχεται έχω υποχρέωση δυο γλάστρες να ποτίζω.

Αυτό που φοβάσαι

Αυτό που φοβάσαι 

τι να είναι 

στο κόκκινο μάτι της σελήνης  

στο λευκό των άστρων χρώμα

τόσα τραγούδια άκουσες αυτή την ώρα να τραγουδήσεις

μα δε θυμάσαι και σιωπαίνεις τρέμοντας απ' το φόβο

όλα χαμένα ακόμα κι αυτοί οι τελευταίοι λες στίχοι

μόνο σιωπή κι υποδέχεσαι 

αυτό που φοβάσαι.  

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ξανάρθαν τα σύννεφα


 

Σα μετεωρίτης που καίγεται

 Σα μετεωρίτης που καίγεται απ' το οξυγόνο η τύχη μου 

σαν ήλιος που καίγεται μέσα στο κενό του σύμπαντος η αγάπη 

σαν ανοιχτός τάφος η σιωπή προσμένει τη λέξη

σαν από πένθος βαρύ το μαυροντυμένο σώμα 

χάνεται μέσα στο πλήθος της πόλης 

αργοπεθαίνοντας τ' απογεύματα στα ηλιοβασιλέματα με μάτια κλειστά 

ανοίγω τα μάτια κι είναι νύχτα πια 

είμαι σε ξένο τόπο και τα μάτια κάποιου άλλου 

κάποιου που έφυγε πριν χρόνια 

με μια γλάστρα που τον βρήκε στο κεφάλι 

με μια αγάπη που ήταν η μόνη 

με μια λέξη που δεν πρόλαβε να πει. 

Αν πιείς απ' τα χέρια μου νερό

 Αν πιείς απ' τα χέρια μου νερό θα 'ναι φαρμάκι 

τρύπα μου το δέρμα και πιες το καλύτερο ναρκωτικό 

των σχιζοφρενών το θάμα.

Η γυναίκα έχωνε καρφίτσες

 Η γυναίκα έχωνε καρφίτσες στ' ομοίωμα του άνδρα 

"πάει πια πέθανε" είπε η μάγισσα 

τώρα τον κοιτά που στέκει παγωμένος κοιτώντας άστρα 

έναν άνδρα που μπορούσε ν' αγαπήσει 

νέα νύχτα νέο φεγγάρι νέος μήνας 

κι οι καμπάνες πένθιμα χτυπάν 

"πάει πια πέθανε" είπε η γυναίκα 

και γύρισε απ' την άλλη να συνεχίσει τον ύπνο. 

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Το εργοστάσιο γέμισε φαντάσματα

 Το εργοστάσιο γέμισε φαντάσματα 

εκεί που μύριζε μπισκότο και κανέλα 

κι ούτε μια αλήθεια δεν έχει ακόμα ειπωθεί 

το εργοστάσιο δε σταματά

η παραγωγή του είναι απ' το αίμα των εργατών 

γι' αυτό θα λειτουργήσει πάλι.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Μια καταραμένη

Μια καταραμένη σχέση ή έναν έρωτα ιερό 

αυτό το φεγγάρι κι ο θολός ουρανός θα φέρει πάλι

ω τις νύχτες σ' ερωτεύομαι απ' την αρχή 

και πριν ξημερώσει  

αφήνω όλες τις βρύσες ανοιχτές  

να πλυθεί απ' τα αίματα αυτό το μισό μου σώμα 

κι ο καθρέφτης στο σαλόνι έχει ρωγμή 

αλλοιώνει του προσώπου την ουλή 

που χρόνια βαριά έχουν σφυροκοπήσει. 


Γιατί να θυμάμαι

 Γιατί να θυμάμαι 

έναν αριθμό να μου τυλίγει το χέρι όταν γράφω για σένα 

προσφέρω την καρδιά 

δέχομαι το χτύπημα

προσφέρω αυτό το μισό σώμα 

δέχομαι μισό θάνατο για μια βραδιά

για έναν ήρεμο ύπνο.

Στα χονδρά μου δάχτυλα

 Στα χονδρά μου δάχτυλα έφτασε η καύτρα του τσιγάρου

οι νύχτες έχουν μικρούς θανάτους 

φοράω μαύρα ρούχα και κοιμάμαι 

πως ατελείωτα μακραίνει ο λαιμός μου όταν είναι να πω την αλήθεια 

δε βγαίνει λέξη μα λυγμός 

κι έτσι στις παγωμένες νύχτες πεθαίνω και ξαναπεθαίνω 

περιμένοντας τη μέρα

ένα θαύμα.

Κι ήρθε στη γειτονιά μου

 Κι ήρθε στη γειτονιά μου να σεργιανίσει 

εκείνη που 'χει τα χέρια παγωμένα χειμώνα καλοκαίρι

εκείνη που τραυλίζει χρησμούς ακατανόητους πάντα μεθυσμένη 

"μια συμφορά μετά τη συμφορά και ξανά συμφορά σε περιμένει" λέει

μα εγώ κοιτώ απ' τ' ανοιχτό παράθυρο τη μαύρη σκιά που την ακολουθεί

ή μια μαυροφορεμένη νύφη 

κι αγάπησα μια συμφορά μετά τη συμφορά.


Ικετεύει το κόκκινο φεγγάρι

 Ικετεύει το κόκκινο φεγγάρι για μια ανθρώπινη ανάσα

να παγώσει

στους δρόμους της πόλης μια λατέρνα ζητάει λεφτά

ανόητα παιδιά παίζουν με μια μπάλα μέχρι αργά

τα χαμένα μου χρόνια κρατάνε μαχαίρι κι απόψε

για πάντα να με σημαδέψουν 

στριμώχνομαι σε μια στιγμή και ξεφεύγω 

τι είδα μέσα στη τρέλα μου μια θάλασσα 

με τη φωτιά τα έβαλα και γλίτωσα 

προσδοκώ ακόμα 

αιώνια ερωτευμένος.



Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Πολύ αίμα

 Πολύ αίμα 

για να γράψει κανείς 

πολύ θάνατος 

"ξαφνικά".

Streets Of Minneapolis

 


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Μια ευκαιρία

"Μια ευκαιρία" παρακαλεί η νύχτα το μεσημέρι 

 και γίνεται η έκλειψη ηλίου 

"μια ευκαιρία" παρακαλεί το ποτάμι τον ωκεανό 

και χύνεται μέσα του 

"μια ευκαιρία" παρακαλεί μια γυναίκα ένα άστρο 

κι ανοίγει το δέρμα της να το υποδεχτεί.

Σ' αγκαλιάζω

 Σ' αγκαλιάζω με τ' ασθενικό μου αίμα 

ο χρόνος πέρασε 

στο πέλαγος τα βάσανα μοιάζουν κάποιου άλλου 

οι προσδοκίες μεγαλώνουν γίνονται φάλαινες 

πως κάρφωσα το σταυρό πάνω στο κρεβάτι ομολογώ 

μια νύχτα που μιλούσα με λόγια της τρέλας 

πρέπει να υπέφερε κι αυτός πολύ σκέφτηκα

και μετά πάλι χάος.

Και ξαφνικά

 Και ξαφνικά 

η έκρηξη 

πέντε ζωές

κι όλη η πόλη στον πάγο.