Σελίδες

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Payday Mr.Euler


Symmetry

Α.

Στη διαγώνιο της κεντρικής πλατείας ο αέρας ψιθυρίζει
όπως πέφτουν οι όμορφοι άνθρωποι απ' την ουλή του Vela Pulsar,
είναι οι εραστές της Ήρας που μοιράζουν χτυπώντας πόρτα πόρτα
το μεγάλο σχέδιο διαφυγής.
Δεν πιστεύεις λέξη.
Λάγνα περιστέρια πέφτουν πάνω στο μισοκαπνισμένο τσιγάρο
κι οι γέροι με τις πρησμένες κοιλιές και τα ξεθωριασμένα μάτια σ' αρπάζουν απ' το χέρι.

- «Πήδα την».

Β.

Περίεργα χωρίς αλκοόλ, με μάτια ανοιχτά πίσω απ’ τ’ αναμμένο τσιγάρο,
γνώρισες έξυπνους ανθρώπους που ακόμα πιστεύεις,
το πρωί ήταν ρούχα και παλιές κασέτες που τακτοποιείς για τελευταία φορά,
μ’ ένα ζεστό μπάνιο και τηλεόραση στα παιδικά
οι νύχτες υποκλίνονται και με μια ευγενική χειραψία αποχωρούν,
όλη μέρα σκέφτεσαι, μέσα στην άνοιξη τον φρεσκοσκαμμένο κήπο,
την έκπληξή τους,
«γι’ αυτό χάθηκες εσύ…» θα πουν.
Θες να τους σπάσεις τα δόντια και να τρέξεις πίσω.
«Μήπως θα ‘ταν καλύτερα απ’ το τηλέφωνό;»

3:00 δεν είναι δύσκολο να μπερδευτείς.
Είναι οι ώριμοι άνθρωποι απ την ουλή του Vela Pulsar,
στο δέκατο βήμα γυρίζουν πίσω το βλέμμα,
ανοίγουν ερωτικά τα χείλη σ αρπάζουν απ το χέρι.

- «Bocca della Verita».




Payday Mr. Euler

Θολά νερά και γερασμένα αρπακτικά
κουρασμένα τοπία με την καρδιά να βασανίζεται να σπρώξει μια ανάσα.
Πίσω απ το κύμα με το στόμα ανοιχτό
λιγότερο από εδώ
στην Άρκτο με τα φρέσκα ψάρια σε χιλιόμετρα μορφίνης
η Εδέμ περισσεύει στον πιο λεπτό ουρανό.
Οπισθοχώρηση.

Βόρεια κι ανηφορικά,
αναπνέοντας με δυσκολία
μετά τον πανικό,
Red ισημερία γεννά μόνο το κεφάλι.
Η παγοκύστη επιπλοκή
μια αρτηρία λέξη
δύση κι ανατολή
να περιστρέφει.




ΛΗΡ

Ημιτελής και ξεχασμένος

με τη λαιμαργία και την καθαριότητα της αναμονής

απ’ το γκέτο των δύο σ’ απογεύματα που ούτε ο Bruce δεν σώζει

προσπαθείς να χωρέσεις κάτω απ’ τα μεταλλικά καπάκια των υπονόμων

οδός διαμορφωμένων χαρακτήρων

μιλάς σαν να κοιτάς παλιές φωτογραφίες:


Σημάδι του Σείριου

κατάπινε βραχομάζες θαύμαζε ακροπόλεις Έλληνα μονογενή.

Διάλεξε πλευρά κι αυνανίσου με τον Αϊνστάιν.


«Νομίζω είδα αρκετά» λέει και τεντώνει το λαιμό της

είναι μια επίσκεψη που μεταφέρθηκε στα σκοτεινά

ανοίγεις το στόμα να πείς κάτι απλό κι όλα τα χρόνια που περίμενες σε σπρώχνουν πάνω της.

Κάτω απ’ το γραφείο

«αύριο βράδυ στο ίδιο σημείο».

Τα υπόλοιπα είναι πάντα εκεί

απ’ το στόμα του λιονταριού στο ξεροκόμματο της σκοτεινής ύλης

οικολογία-φιλοζωία-33 χρόνια δημοκρατίας

είναι απ’ τις νύχτες που θα ‘θελες ν αλλάξεις τον κόσμο

μα θα ‘νιωθες βασιλιάς αν έπιανες τ’ αστείο της παρέας.

Διάλεξε πλευρά

βάλε χέρι στην ουδέτερη ζώνη


Κάτω απ τη γη σ αποστειρωμένη τρεχάλα βασιλιά μου

ο Elvis κρύβεται κάτω απ’ τα πυκνά δάση της Ελβετίας

κλέψε το κέρμα του Αχέροντα

κάνε την φιγούρα σου και τρέξε.





Δεν είχε δύναμη ο ήλιος,
πρόβαλε απ το τρύπιο σύννεφο στις γκρεμισμένες σκεπές των πρώτων σπιτιών
υποχώρησε προς το βουνό και βαριανασαίνοντας χάθηκε πάνω από το πευκοδάσος,
στην τεχνητή λίμνη το ψάρι άνοιξε το μάτι πάνω από το νερό,
εκείνη κουλουριάστηκε μέσα στις φτέρες περιμένοντας.
Το τρένο που σφύριξε στην πεδιάδα δεν άφηνε καπνό, ήταν ένα μπλεκόκκινο οτομοτρίς μύριζε πίσσα και διέσχιζε την μύτη μιας καταπράσινης χιονοστιβάδας,
το ακολούθησε με τα χέρια της ως τη φωλιά στους πρόποδες του βουνού, φαντάστηκε το τράνταγμά του και κατέβασε τα χέρια της για να το ελευθερώσει. Υπήρχε μια συνομωσία στις ανεπαίσθητες κινήσεις του τοπίου γύρω της, κινήσεις καταγεγραμμένες στο μάτι του ψαριού. «Είναι μια παράξενη μέρα για σένα» είπε στο πιο κοντινό της τσεκούρι και πλησίασε περισσότερο όταν ψίθυροι κρυμμένοι στα κυκλικά αυλάκια του δέντρου αναπήδησαν όπως το θνητό της αίμα.





Άνοιξη του Ερμή
ένα τεράστιο τύμπανο που τραντάζεται
in a lonely place.
Στροβιλίζεται η άκρη του δρόμου κάτω απ το όρος της Σελήνης
δεξιά η γραμμή του Κρόνου κι αν υπάρχει σβήνει

Αλάτι στις όχθες του Αρνό
θειάφι ως την Τοσκάνη.

Ξαπλωμένος
περιμένοντας βοήθεια μέσα στη νύχτα
μόλις που μπόρεσε να σηκωθεί και να ανοίξει το παράθυρο
έψαχνε βιαστικά κάπου να κρατηθεί
θα ήταν η τελευταία φορά που θα κρατούσε κάτι μέσα στα χέρια του
τα πρώτα χνώτα έπαιρναν την μορφή του και διαλύονταν πότε πάνω απ τον ορίζοντα πότε στην τσιμεντένια αυλή του ακάλυπτου.
Η Αρκάνα μίλησε.
«Τι να σκέφτεται ο Βοώτης γι' αυτούς, καθώς οδηγεί τα κυνηγόσκυλά του πάνω απ' το ζενίθ;»
Ήταν ζωντανός δίπλα στο ποτάμι τριγυρισμένος από τα ίχνη και την πυρίτια μυρωδιά των αστερισμών
έμπηξε με μίσος τ’ αγουροπράσινο ρόδι στο βρεγμένο χώμα
το ξαναπήρε και στ απλωμένα χέρια του η βροχή σκόρπισε το χώμα.
«Στους επτά κίονες Θώθ».





Στον πρωινό αέρα το πρόσωπό του ήταν μια ανοιχτή πληγή που έκαιγε.
Δεν λυπήθηκε τα μαραμένα λουλούδια των τάφων
έκοψε καινούργια
στα χέρια του μια μελανιασμένη ακέφαλη σάρκα.
Σάββατο 31 Οκτώβρη.
«Ξέρω πως είσαι πιο νεκρή από μένα
και το σώμα μου μέσα σου είναι λιγότερο απ' τα λόγια πάνω στον τάφο,
κονιάκ και λευκά τριαντάφυλλα και στίχοι του Μίσιου
και το αμίλητο ζευγάρι πάνω στο κάστρο»

Πίσω απ το γύρισμα του ποταμού
μια λάμψη που είχε ξαναδεί μέσα απ τα μισάνοιχτα μάτια της
σχεδόν αόρατη μέσα από σκόνη και νέφη
mean reds πάνω απ τον ανοιγμένο τάφο.
Σκέφτηκε να μην ανασάνει να μην ανοίξει καν τα μάτια του
στα χείλη του το λαρύγγι του Morrissey έσταζε λάβα Graceful-Gladioles
όταν χίμηξε πάνω της σπάζοντας το τελευταίο του Gauloise ίσα στο φίλτρο.

Μοιρολόγια στη «Santa Monica» με τις σκουριασμένες κούνιες δίπλα στο ποτάμι
και τα παιχνίδια είναι για παιδιά…






Βάδιζε όλη μέρα απ την μια άκρη της πόλης στην άλλη,
25 λεπτά υπόθεση, ώσπου βράδιασε.
Έφτασε κατάκοπος σπίτι. Η πόρτα δεν άνοιγε πάλι. Χτύπησε το κουδούνι από συνήθεια.

Έκπληκτος άκουσε βήματα πίσω από την πόρτα και μια γυναικεία φωνή τον ρώτησε φωνάζοντας δυνατά και σταθερά:
«Ποιος είναι;»
Πριν απαντήσει η πόρτα είχε ανοίξει. Η μορφή της γυναίκας δεν του ήταν άγνωστη.
- «Καλώς ήρθες. Πέρασε».
- «Είναι το σπίτι μου».
- «Πέρασε».
Εκείνος κοντοστάθηκε. «Είναι η Ερινύς, αυτή που καλείς να ξεφωνήσει μέσα στο σπίτι...» μουρμούρισε χωρίς να την ξανακοιτάξει και πέρασε.

Γυρίζοντας, τον είδε να κάθεται ανάβοντας τσιγάρο στο στρωμένο τραπέζι.
«Μπορείς να φας όσο κρέας θέλεις είμαι χορτοφάγος» του είπε,
εκείνος γέλασε δυνατά κοιτάζοντας το σφαγμένο πορτοκάλι δίπλα στο καλοψημένο χοιρινό μα όχι για πολύ,
ο καπνός του τσιγάρου περιστράφηκε μέσα του κάνοντάς τον να βήξει,
μένοντας χωρίς αναπνοή έβηξε δυνατότερα.

Δεν μίλησαν περισσότερο, δείπνησαν και κοιμήθηκαν χωριστά.
Όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι εκείνος είχε φύγει,
βρήκε κρύο καφέ στην κουζίνα, έβγαλε λίγα σταφύλια απ’ το ψυγείο άναψε τσιγάρο και κάθισε.
«Εδώ» ακούστηκε η φωνή πίσω της,
γυρίζοντας πρόλαβε να δει την κομμένη ουρά ενός αριθμού να ξεφεύγει απ’ τα σκληρά φύλλα του ημερολογίου της και ν’ απομακρύνεται.
Έφερε λαίμαργα στο στόμα της μια μισοπαγωμένη ρώγα σταφύλι και μούγκρισε ευχαριστημένη.

«Καλωσόρισες Τισιφόνη» είπε στον καθρέφτη και άνοιξε την εξώπορτα.
Την έσυρε απ τα μαλλιά στο υπνοδωμάτιο. Πίεσε το μαξιλάρι πάνω στο άσχημο πρόσωπό της. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν ένα ανέκδοτο που δε θα προλάβαινε να πει στο κυριακάτικο τραπέζι. Η τελευταία ανάσα της ήταν ένα αστείο που σταμάτησε με την καρδιά της. Πήρε το άψυχο σώμα και το κατέβασε στο υπόγειο.

Βράδιαζε όταν κατάκοπος, μετρώντας ανάποδα έφτασε στην εξώπορτα.
Η πόρτα δεν άνοιγε, χτύπησε το κουδούνι και περίμενε, η ουρά του αριθμού κουλουριάστηκε άρρητη στη χούφτα του, η πόρτα άνοιξε όταν μια τυχαία λέξη άρχισε να επαναλαμβάνεται,
η διαφορά με πριν ήταν ότι τώρα δεν μπορούσε να ξεφύγει,
δεν υπήρχε τρόπος να σκεφτεί.
Η δίνη μεγάλωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου