Σελίδες

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Φωνές


Ήρθε με την ανατολή, με το σάλπισμα πόλης-κράτους,
ήρθε με τ άρωμα βροχής να εξαγνίσει την μισογεννημένη μου σάρκα.
Στάθηκε για λίγο στα νερά του ποταμού που κυκλώνει το χώμα
και χάνεται βαθιά μέσα στη γη
και πέταξε πάνω απ το μαύρο βουνό που η ουρά του βυθίζονταν στην θάλασσα.




Ένα παιδί που λυπάται δίνει στον ορίζοντα το Μεγάλο Ρολόι.

"Δεν υπάρχει νικητής μήτε νικημένος στο λόγο των αιώνων" είπε
πατώντας πάνω σε καθρέφτες
τραπουλόχαρτα
καπέλα αφημένα στο κρεβάτι.
"Κάνε μια ευχή."

"Εμένα η φλέβα μου δε χτύπησε την πρώτη μέρα.
Μόνο η αύρα που έφτανε με σκόνη πυκνή,
μου κάλυψε τους ήχους της καρδιάς, ανοίγοντας το χώμα
κι απ’ ένστικτο κοιμάμαι στους θανάτους..."




Αύγουστο μήνα τα σπίτια ψηλώνουν, οι λεύκες γέρνουν αναποφάσιστες.
Αφυδατωμένη,
κάτω απ τα βαριά σκεπάσματα του λόγου,
η αμφιβολία.




Η πόλη ανακαλύπτει τον καθρέφτη
εγώ, μπορώ να δω το πρόσωπό μου;




Κάθε βράδυ κλεινόμαστε σπίτι,
πόρτες και παράθυρα σφραγισμένα.
Κάθε μέρα χάνονται αντικείμενα άνευ άξιας,
ο κλέφτης αφήνει σημειώματα του στιλ:
«θα σου λείψει αυτή η φωτογραφία έτσι δεν είναι;»
Φώτα κλειστά η τηλεόραση ανοιχτή.
Η σκιά του λύκου τρέχει από τοίχο σε τοίχο.
Λευκή κρυσταλλική ζάχαρη φράζει τις αρτηρίες.




Το φως άναψε,
η σκοτεινή φιγούρα που τον κοιτούσε στο τέλος του διαδρόμου χάθηκε,
πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, φρέσκος καφές και φιγούρες από σοκολάτα,
έκοψε το κεφάλι της πριγκίπισσας και το ‘φερε στο στόμα.

Κάτω απ το τραπέζι,
το μερμήγκι προστάτευε την ακέφαλη πριγκίπισσα,
όταν σκοτείνιασε την έσυρε στη φωλιά του.




Η ουλή στο μέτωπό σου, μια μικρή χαραμάδα που φοβάμαι να κοιτάξω,
σου ‘χω αφήσει μικρά κομμάτια σιδήρου
κι ένα ποτήρι νερό από τη βρύση,
πιες και τ’ αστέρια θα γίνουν φωτεινές κουκίδες σε μια ευθεία που δεν καταλαβαίνουν,
για να μπορέσεις εσύ να διαβάσεις τη λέξη.




Τρεις μέρες το φως ήταν κομμένο.
Κάθε φορά που στεκόταν στο παράθυρο, εκείνη ζωγράφιζε έναν καινούργιο ήλιο,
ώσπου τα μάτια της κάηκαν.
Για να εκδικηθεί, ζωγράφισε σπίτια με μεγάλες αυλές,
στα χέρια τους, κρατούσαν τα παιδιά, τον ήλιο για φεγγάρι.




Τα μάτια τρεμόπαιξαν.
Απόγευμα με μικρά βήματα στην πόλη,
η σκιά γύρισε στο στήθος και φώναξε «θεός»
το φως χάθηκε σφυρίζοντας «red right hand»
ο δρόμος ήταν μια γυναίκα με μαύρο παλτό
στην τσέπη της κρατούσε την λέξη.
«Έχω έναν ήλιο ανάμεσα στα πόδια μου,
σε περίμενα για το καλύτερο και το χειρότερο» είπε και χωρίστηκε στα δυο.
Εκείνος που μπορούσε να δει το μέλλον κοιτάζοντας τον ουρανό και βρίσκονταν ένα βήμα απ το να ελέγχει το σύμπαν, έπεσε.
- Απλή τύχη.
- Απλή τύχη




Ούτε που δίνω σημασία στις ημερομηνίες
καλοκαιράκι και στην γειτονιά κάποιος πήδηξε απ τον τρίτο.
Στο τηλέφωνο ήθελα να πω «σε σκέφτομαι».




Πριν, μια μάγισσα είχε ορμήσει να τον σώσει,
το χέρι της έκρυβε νευρικά το πρόσωπο.
Γυρίζοντας ένα βήμα κοίταξε το μισόκλειστο στόμα της μέρας,
μπορούσε να δει τα σύννεφα να στάζουν
και τις σκιές να ορμάνε στους δρόμους από τοίχο σε τοίχο.
«Σε θυμάμαι» της είπε «δεν έχεις πρόσωπο,
είσαι μια σκιά πάνω στον τοίχο».
Με μια κίνηση, τα χέρια του έπλασαν έναν λύκο κι ο λύκος όρμησε μέσα της.

Ανάσανε βαθιά και για μια στιγμή, αν έσκυβε να δει,
το στομάχι της ήταν μια κοιλάδα,
στο κέντρο της ένα σπίτι από διαμελισμένα σώματα
Μια λέξη κάπνιζε ακόμα στο τζάκι




«Το κρύο διώχνει τις κακές σκέψεις» άκουσε τη φωνή πίσω από τις λεύκες.
Εκείνος που παρατηρούσε τα πάντα, νοιάστηκε για εκείνο που συμπληρωνόταν στον καθαρό ουρανό
και κάρφωσε το βλέμμα του στον ήλιο, ώσπου οι μαύρες κηλίδες ενώθηκαν.

Ήθελε τόσο να του μιλήσει που το σώμα της μεταμορφώθηκε σε χωράφι,
έφερε στο νου της το χρώμα του σταχυού, η επιφάνεια ήταν ένα αίνιγμα,
θέρισε μια λέξη και την έφερε στα δόντια.
Η ουρά της σπαρτάρησε καθώς ο γαλανός ουρανός χαμήλωσε, διέσχισε όλη την πόλη και έφτασε την επόμενη.




«Η ανάγκη μου είναι η έπαρση των δρόμων» είπε
και πετάχτηκε στο δρόμο ιδρωμένος.
Κλότσησε δειλά το χαλίκι και κοίταξε γύρω του
«εσύ έρχεσαι φανταστική διαλύοντας πεζοδρόμια».

Με χέρια σφιχτά μέσα στις τσέπες ήταν σίγουρος για την πόλη που θα έβλεπε
ν’ απλώνεται στην άλλη πλευρά του μαύρου βουνού που η ουρά του χώριζε στα δυο
την πόλη που άφηνε πίσω του κι έφτανε ως τη θάλασσα.
Στάθηκε στην κορυφή και κοίταξε για τελευταία φορά το γυάλινο κτίριο.

Η καρδιά του χτυπούσε ακόμα
όταν τα χέρια του έφευγαν προς τη μεριά του φεγγαριού
ψηλαφίζοντας την πηχτή ευτυχία του διαστήματος.
Θυμήθηκε το φυλαχτό που έκαιγε τα χέρια της
και τ’ ανάλαφρο βάδισμα στις ράγες του τρένου.
Το πρόσωπό της πλησίαζε απειλητικά το μουντό ουρανό.

«Στο δέντρο που κόπηκε
ξανά πέρασες-ξανά πέρασες
δεν είχες πια και τόσο αλλάξει» του φώναξε σχεδόν
και πέρασε τον αγκώνα πάνω απ’ τον ώμο του.
Ο θόρυβος της βροχής ανοιγόκλεινε τον κύλινδρο των βηματισμών
μουδιάζοντας για λίγο περιττές μνήμες
κι απεγνωσμένες προσπάθειες ομιλίας...
............................................................................................................
«Έτσι κοιτάνε τους πεθαμένους;» τόλμησε να πει
κι η φλέβα του λαιμού χτύπησε δυνατά
καθώς ένιωσε τον ουρανό να κυλά μέσα του
ν’ απλώνεται σαν αβοήθητη κραυγή και να πεθαίνει.




Το ζάρι πέφτει στην μοκέτα.

«Να α ι σ θ ά ν ε σ α ι».

Κερδίζει η μπάνκα.

- «Απλή τύχη».
- «Απλή τύχη».




Ικετεύω απ’ το λευκό τάφο του ματιού.
Ταξιδεύω...
Τι θέλω και δε θέλω δεν έχει σημασία.
Μόνο για το χρόνο νοιάζομαι που λίγο-λίγο
ξεθαρρεύει κι αφήνει τη ψυχή μου.
Οι πνεύμονες μου θα ‘ναι πια μαύροι, πρησμένοι καθρέφτες,
έτσι που καταπίνω τις σκιές με λάθος τρόπο.
Όμως μπορώ να περάσω την καρδιά μου στην ακινησία
κι έπειτα να κρατήσω παγωμένη, όποια στιγμή θέλεις.




Δυο βήματα μικρά ως τ’ αδιέξοδο.
Λίγο πριν-λίγο μετά: η πόλη, τα φώτα
και μια βροχή από καμένες αεροφωτογραφίες.




Ο έρωτας του σύννεφου ονομάζεται πόλη.
Ντυμένοι στα χρώματα των τοίχων, ανιχνεύουμε τα σπλάχνα μας στην παραπλάνηση της όρασης,κρατώντας ευλαβικά σημειώσεις για τον τόπο, το χρόνο και τη συχνότητα.
Τα όνειρα αποχτούν τη λογική της εξάτμισης,μολύνουν ελεγχόμενα.




Εκείνη συνήθιζε σιγά-σιγά,
έκρυβε μπογιές κάτω απ το μαξιλάρι,
πίεζε τα χέρια της στο μέρος της κοιλιάς
κι όταν τα δάχτυλά της κρατούσαν ένα μωρό, ένα λουλούδι ή απλά ένα άστρο,
στο μακρύ λαιμό τους, η ιστορία του σύμπαντος με άφωνα σύμφωνα
κέρδιζε χρόνο.





Όλα τα συναισθήματα σ' ένα σώμα
ένα σώμα σε μια φάλαινα
μια φάλαινα που αλλάζει γαλαξίες
ούτε που νοιάζεται για τις ευχές
ανοιγοκλείνει το μάτι.
Εσύ περπατάς αλλάζοντας πόλεις
επιστρέφεις στο ίδιο δωμάτιο στον ίδιο ύπνο
και κάποια στιγμή η όραση αποχτά το σχήμα
κύκλο τετράγωνο ή πυραμίδα
κι ο χρόνος μπαίνει στην κλεψύδρα.

«Δικαίωμα να χάνω μέγεθος και ποσότητα».




Κοίτα τις εκτάσεις που εξουσιάζουν το δρομολόγιο,
κάτω απ τις πύλες του Γενάρη,
το χαμένο ηφαίστειο και η μπερδεμένη πυξίδα των αιώνων.
Ταξίδευε λοιπόν
ταξίδευε...




Εγώ ακόμα ξεγελώ τον εαυτό μου με δάκρυα,
αλλάζω τα νύχια μου σε κάθε φόνο,
κλείνω το στόμα,
κρατώ για μένα τον εμετό του χρόνου.

Κρυμμένα πρόσωπα,
μπάσταρδα παιδιά της έκλειψης,
φανερώνουν φωνές μ’ έγχρωμες Polaroid,
κλικάροντας σκηνές ταινίας όπου ο θάνατος μας τρέχει καρέ-καρέ.
Μέσα μου η παρέλαση των Ήλιων διαλύεται,
οινόπνευμα, μανία και θλίψη,
σκορπάνε στα στενά και καταστρέφουν.

«Είμαι νεκρός;» Η καρδιά ζεστή
πάνω στην καμένη μου φωτογραφία, χτυπάει ακόμα;

«Όταν έρθει η ώρα να μιλήσω ξύπνησέ με», μή με ξεχάσεις.
Έχω δικό μου σπίτι στην επόμενη στροφή
έλα αν θέλεις να με δεις
τέτοια ώρα σίγουρα κοιμάμαι.
Βάλε το καθρεφτάκι σου κάτω απ’ τη μύτη μου.
«Ανασαίνω;»




Σε λίγο, ένας ακόμα ήλιος θα εμφανιζόταν σαν πληγή
πίσω από τα σύννεφα...

Μπορούσα να χαϊδεύω τις πόλεις που βρέθηκαν στην αγκαλιά μου.
Παραμερισμένος στο κεντρικό κτήριο του πλήθους,
ν’ ανασαίνω ονόματα χωρίς σταματημό
να διαλύομαι στο νέο μου κορμί.

«Ένα ουρλιαχτό για τη σιωπή.
Ένας περίπατος για την κατάθλιψη»




Η ανάσα μου γυμνή
-φώτα παρακαλώ-
ανεβαίνει στη τετράγωνη σκηνή,
ξεπλένει, ξεπλένει απ’ τα πρόσωπα την αφή,
καίει τους πνεύμονες,
απλώνει τη στάχτη στα όνειρα,
δε τη νοιάζουν πια τα όνειρα.




Οι απέναντι:
Πόλη.

Αν βρεθούμε έτσι στα ξαφνικά
θα πούμε τα νέα μας να γίνουμε ξένοι;




Θα επιστρέψουμε κάποτε σπίτι με το φόβο του άγνωστου
θα αλλάξουμε κλειδαριά κι αριθμό τηλεφώνου
και θα πιστέψουμε πως όλα είναι εντάξει πια...




Μεγάλη θα ‘ναι βέβαια η νύχτα
πόλης στοιχειά και δανεικοί εχθροί
μαυροφόρους θ’ αναλώνουν σαλτιμπάγκους
στο μαύρο παλτό θα επιστρέφεις εσύ
θα συνωστίζεσαι, θα αιμορραγείς, θα γοητεύεις
ένας σκορπιός θα φλέγεται στον ώμο κυκλωμένος
όνειρο θα σβήνει αλλόκοτο η προσευχή
έρωτας ο καρναβαλιστής
και συμμορία θα μοιάζει η περηφάνια.




Μ’ ένα ξένο χέρι για λαιμό
αντέχει η πληγή κοινωνικές συναναστροφές,
σώπασε χρόνια σώπασε πόθους
όσοι σε πίστεψαν θα επιστρέψουν.

Μεταναστεύουν στη σάρκα
εξαπατούν το βλέμμα
μόνο το αίμα αναγνωρίζουν

δεν συμβιβάζονται.




Η άνοιξη, όταν δεν τρέχει μ' ένα ματωμένο μαχαίρι τη νύχτα
παίρνει το χέρι σου και το γεμίζει παγωμένη άμμο.
«Αυτός είναι ο χρόνος» λέει στάζοντας χρώμα σελήνης
είν' η κατάρα του που επιταχύνει το αίμα μου και με τρελαίνει.

Πιο ψηλά, στην ασπόνδυλη πολιτεία
μηχανές τυλίγουν στο μυαλό χιλιόμετρα που έχω σβήσει
χωράφια διψασμένων ματιών ενώνονται και σπάνε.
Πλεγμένα παραμύθια στήνουν το θεατράκι τους στη γιορτή του Κρόνου
την ώρα που ασύμμετρα κορμιά κάνουν έρωτα στο κρεβάτι μου
καπνίζουν τα τσιγάρα που σου ‘χω φυλάξει
και σβήνουν το πρόσωπό μου απ’ τις φωτογραφίες.

... «Να εκδικηθώ πρέπει...Να εκδικηθώ»...

«Άνοιξε τα μάτια μου»
Μια φάλαινα σπρώχνει το κόκκινο υγρό τους.
«Πού είναι το σώμα;»
…Αισθάνομαι τόσο ελεύθερος μέσα εκεί…
Εικόνες μου θυμίζουνε τη διάταξη των άστρων
κι όταν τα μάτια μου στραγγίζουν τους μαύρους κύκλους
το χέρι μου θυμάται τους ρευματισμούς
και το πόδι φυτεμένο στον κήπο του σπιτιού
πασχίζει από συνήθεια να κλοτσήσει μια κολοκύθα.

«Πού είναι το σώμα;»

«Μέσα μου ο ίσκιος της σελήνης»
τους μάρτυρες γνέφει μελλοντικών μου εγκλημάτων
φοράνε τα ρούχα του χειμώνα, μυρίζουν ναφθαλίνη
στέκονται στ’ ανοιχτό παράθυρο και περιμένουν

…μακριά...
μακριά που πέρασαν οι Ήλιοι απ’ τα μάτια
γεμίζοντας το αίμα μας θρόμβους λησμονιάς.

«Φίλα με» είπε
«συγχώρεση ενώ σκοτώνω».
«Λησμόνησέ με» είπε
«στη λέξη που ανασταίνομαι»
κι οι συμμορίες ξεχύθηκαν στις παγωμένες πόλεις
μνημονεύοντας κήπους όπου τα άνθη πεθαίνουν την άνοιξη
λυτρώνοντας προτομές αθώων πραγμάτων
διαιωνίζοντας το κακό...

Με τη φωνή χάνονται μνήμη και σύννεφα
«μίλησέ μου για τη σκιά κάτω απ’ το βράχο»
βλέπω το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ
χωρίς ποτέ να μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό.
ίσως να θυμάμαι ακόμα τη σφαίρα να μεγαλώνει στα γόνατα
και το παλιό κτήριο με τη μεγάλη αυλή.

Ένα κορίτσι ή μια ανάσα φυλακισμένη θεότητα έτρεχε με πόνους στο στήθος.

«Ας ξεχάσουμε τα πάντα που μας ξέχασαν» είπες
κι είναι μια φράση που άκουσες ή νόμισες πως άκουσες
και πρέπει να την κρατήσεις μακριά απ’ τους άλλους.

«Δε θα βρεις ευχή για να μ’ εκδικηθείς»
στο γερασμένο μου φόβο διατηρώ την εξουσία
να υποτάσσομαι να υπομένω.
Κι είναι φορές
όταν αρχίζει η βροχή
τα μάτια μου γίνονται λευκά και κάνω πως πεθαίνω.

... «όμως δε ξέρω ούτ’ ένα χαρούμενο τραγούδι να σου πω.
Πόσα χρόνια έχω ν’ ακούσω ένα χαρούμενο τραγούδι»...

ΗΧΟΙ ΠΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΟΙΧΗ

(χτύπημα της πόρτας)

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
τα άκρα μου είναι πνιγμένα στο αίμα.

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Η σφαίρα κρύφτηκε στον υστερικό εγκέφαλο σώμα-κράτους.

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Τι υπέροχη χώρα για να ζεις!

Στο θόλο του κρανίου η φωνή επέμενε
ικετεύοντας απ’ την άδεια μου δεξαμενή.
«Τίποτα μετά.»

«Στο σπίτι που μένω, οι αιώνες είναι το τζάμι του παραθύρου»
τους αρέσει να τους κολλάω χάρτινα καραβάκια
και παιδικές ζωγραφιές.

«Θυμήσου» είπε ο Ήλιος και κρύφτηκε πίσω απ’ το σύννεφο.
«Είμαι o ιδανικός κρόταφος της μνήμης».
Πες μου πες μου τι να αισθανθώ
το σύννεφο τι να σώσει.
Πες μου πες μου τι να λησμονώ
η όραση τι να συναντήσει.

… «τεράστιες τσιμεντένιες φτερούγες που έχουν τα φαντάσματα»…

Παρατηρώ.

Κοίτα τα χέρια μου με δάχτυλα κόμπους
να προσπαθώ να ρίξω το κέρμα, να μπω κι εγώ στην διαδρομή.
Μες στο σκοτάδι σε οβάλ εικόνες εμφανίζονται οι φίλοι, εγώ, εσύ.
Τί θέλουν;
Κάτι έχω κλέψει έτσι δεν είναι;
Χειμωνιάτικα απογεύματα με την αφή να πληγώνει
και τις φλέβες να πνίγουν λόγια εθισμένα στ’ οξυγόνο
κι ένας ανεξήγητος φόβος
ότι κάπου αλλού το μυστικό που έκρυβα αποκαλύφθηκε
έτσι δέχτηκα να γίνω μάρτυρας σκοτεινών υποθέσεων
αλλά ο ύπνος έπαψε να έρχεται
κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι για το αδιευκρίνιστο της συμμετοχής μου.

«Μόνο το μίσος θα μπορούσα να καταλάβω.
Μη σταματήσεις και ‘συ να μου μιλάς»

Ο ουρανός έκανε ένα μικρό βήμα πιο πέρα
η πόλη μούγκρισε από ευχαρίστηση μεγαλώνοντας
καθώς τα μπαλκόνια λύγιζαν και μάκραιναν.

(βήματα πίσω από την κλειστή πόρτα)

Φαντάζομαι μικρή φλόγα το μυαλό
να καίει να καίει
ή ένα μεγάλο μπέρδεμα με τις αναμνήσεις να φτάνει ως τα μάτια.

Ωστόσο πάνω ακριβώς απ το κεφάλι σου

(εσύ κοιμάσαι)

κάποιος στέκεται να σου ψιθυρίσει το ίδιο παραμύθι
το πιο σύντομο.
«Καλύτερα;»

Το ψυγείο χάλασε
το σύννεφο έλιωσε κι απ’ την κατάψυξη απλώθηκε ομίχλη σε όλα τα δωμάτια
τεράστιες αποστάσεις ξαποσταίνουν ανάμεσα στα δάχτυλά μου
βγαίνω στο δρόμο με τον ίλιγγο της βίας
μια ζωή στην επαρχία
μόνο την όραση κροταλίζουμε, πένθιμων, λευκών τοπίων.
Κάτω απ’ το Μεγάλο Ρολόι
εμείς παίζουμε ακόμα ματώνοντας τα γόνατα
δεν έχουμε μπερδέψει περισσότερο τα πράγματα

κι όλο αντέχουμε βροχή από κομμάτια παλιών κτιρίων

Κάτω απ΄ το Μεγάλο Ρολόι - Κάτω απ’ το Μεγάλο Ρολόι.




Αποκλειστικά όταν ο ύπνος έρχεται με το φως ανοιχτό,
τα δάχτυλά μου δραπετεύουν μέσα στη νύχτα,
χώνονται σε βαζάκια με πολύχρωμες καραμελίτσες,
μαντεύουν τα χρώματα,αισθάνονται.
Ο λόγος γίνεται ο μοναδικός κώδικας επικοινωνίας.
«Έτσι ξεμπέρδεψα για λίγο με τα όνειρα».




«Λυπήθηκα μια νύχτα κι από τότε απλά το συνηθίζω...»




Ωραία εξουσία ανατρέφουν οι φωνές
στην ευωδιά της αστρικής αιώρας.

«Εγκαταλείπομαι πειθαρχημένος πλήρως
στη βία της σκέψης.»

«Η εκδίκηση
με χώμα και ρίζες βαθιές
δεν βρίσκει σώμα.
Με νερό και φύλλα ξερά
η οργή
δεν βρίσκει σώμα.»

«Στον ουρανό αντί για σύννεφα τρέχουν πολύχρωμες εικόνες
πλέουν σε ζεστό νερό τα όνειρα
ακρωτηριάζονται τα δάχτυλα
χίλια κομμάτια σπάνε…»

«Δεν έχω άλλο φθαρτό
βλέπεις ή κοιμάσαι;
Η βόλτα μας βρήκε λίγο πιο ψηλά από το δάκρυ.
Υπάρχει μια σκιά κάτω απ’ το βράχο.
Πού βρίσκονται οι νεκροί σου;»

«Ήρθες υψώνοντας κόκκινο κρασί
να ρίξουμε στους τάφους
να πάρουμε τις απαντήσεις
όμως οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια σου πυκνώνουν
κι εγώ ακόμα δεν έχω βρει το πρόσωπό σου.
Το αίμα μου γέννησε το γέλιο κάποιου άλλου.
Κι εσύ επιμένεις να σου φανερώνω τις βραδιές,
την πραγματική μου ηλικία.»

«Νέος πια
πορεύομαι χάνοντας.
Ευγενικός ανύπαρκτος διασχίζω τους αιώνες δίχως όνειρα
μόνο γυρεύω τις αιτίες...»

«Ποιά είσαι;
Κι εγώ
τί έχω πάθει κι όλο θέλω να μιλήσω;»

«Μπορείς να κάνεις το βράχο;
Θ’ ανέβω πάνω σου, θα γίνουμε τείχος.
Θα έρθω μέσα σου, θα γίνουμε πόλη».

«Ξανά και ξανά
η αρχή.
Διασκεδάσαμε πληρώνοντας
κι είναι ήσυχα πια.
Ήσυχα.
Το δέρμα επουλώθηκε
τα μάτια στάχτη.
Καθαρά καθάρματα
μας έλειψε ο πόνος μέσα μας
αδυνάτισε η σκέψη
κι όλο γυρίζουμε
και μαζεύουμε
ε ν τ υ π ώ σ ε ι ς » .




Μα, είναι κι αυτή η φωνή
που δε σ’ αφήνει να νυστάξεις.
«Σε θέλω Άνθρωπο απόψε».




Θυμάμαι την θάλασσα διάφανη να παίρνει μέσα της τη θλίψη του κόσμου
το χώμα ν’ ανασαίνει δυνατότερα πάνω απ’ τον νεκρό
φώναξέ με τελευταία φορά με τ’ όνομά μου
μ’ αναγνωρίζεις ακόμα
που πρόσωπο έχω σκοτεινά του ποταμού νερά
και ζεστασιά λαβύρινθου δάσους
πολύ παλιά πριν γίνω το γυάλινο κτίριο στο κέντρο της πόλης
ήμουν από φώς και σκόνη στην επιφάνεια ανθρώπων και πραγμάτων
κάθε σώμα ήταν ένα μικρό αίνιγμα για τη λέξη
κι όμως
τα μάτια έβλεπαν αυτό που επιθυμούσαν να δουν
τα νεύρα ήταν προστατευμένα μέσα στην παγερή ομορφιά μου.

Γυρεύω τη διαδρομή που θα δεθεί με τα ίχνη
την ανάσα που καταπίνοντας τον καρπό
φυσάει αλάτι στην καρδιά της ρίζας.

«Μη ξεχνάς πως πρέπει να διστάζεις
πως είναι η πρώτη φορά που γεννιούνται αυτά που έχουν κουράσει
πως είναι ό,τι περισσεύει απ’ την περιστροφή σου
πως είσαι εσύ το πρόσωπο στον καθρέφτη.
Τα κομμάτια του είναι κομμάτια μιας πόλης
που μόνο εσύ θα μπορούσες να ενώσεις.»

Όταν δίψασα λοιπόν νερό θαλασσινό
ένας κύκνος πετώντας νότια έπεσε στα παγωμένα ήδη νερά μου.
Άκουσα το χαρούμενο τραγούδι και δέχτηκα το κορμί του που δεν ήταν κύκνος αλλά σφαίρα.

«Κάποτε τα όνειρα θα εξηγηθούν
τα πρόσωπα θα φανερωθούν
οι φωνές θα σωπάσουν» είπε η σφαίρα
και βρέθηκε στο στόμα του λύκου.
Ο λύκος έγινε το μαύρο βουνό που η ουρά του βυθίζονταν στην θάλασσα
η σκιά του ήταν ο ψίθυρος.

«Η χώρα μου είναι μια λωρίδα ουρανού πάνω στην θάλασσα.»
ακούστηκε ο ψίθυρος και χάθηκε κάτω απ’ την πόλη
που κρύβεται ο άκακος δράκος που φοβερίζει τα παιδιά.

Αυτή είναι η ιστορία του ποταμού που κυκλώνει το χώμα και χάνεται μέσα στη γη.

Το δάσος διαλύθηκε σε χιλιάδες σπιρτόξυλα τα σπιρτόξυλα έγιναν πόλη
η πόλη πετάχτηκε στην σοφίτα
κι αυτή η ιστορία ξεχάστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου