Σελίδες

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Πότε ξεκίνησε

Πότε ξεκίνησε αυτό το ταξίδι 
ανατολή ως δύση 
χωρίς παρελθόν και μέλλον 
ότι προλάβουμε στο τώρα 
στον αφρό των κυμάτων που ολοένα χάνονται 
κι ένας καινούργιος θεός σε κάθε λιμάνι μας περιμένει 
αγάπη και θλίψη εμείς κλαίμε συνεχώς 
στην παγωνιά της ανατολής 
στην μοναξιά της δύσης 
πότε τελείωσε αυτό το ταξίδι.


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Λιώνοντας Μόνος


 

Τα δόντια μου σπάνε

Τα δόντια μου σπάνε δαγκώνοντας τη λέξη 

δεν την αφήνω παρά όταν γίνεται γυάλινη σφαίρα 

τώρα λέω τώρα τους χρησμούς θα μου χαρίσει 

μου είπε πράγματα να κρατήσω για μένα 

μα τα βράδια τρικλίζω μεθυσμένος παραμιλώντας 

λέω τα μυστικά της δυνατά 

μυστικά που δε τα παίρνει σοβαρά κανένας 

μόνο ο τρελός που βρέθηκε απέναντι στο δρόμο 

μου φώναξε "καταλάβαμε σκάσε επιτέλους".

Στον Θάνο Ανεστόπουλο

 Ένας αντίλαλος 

από που να ήρθε αυτή η ξεχασμένη λέξη 

απ' το χιονισμένο βουνό 

ή απ' ένα παιχνίδι που κάνει το μυαλό 

ω θεέ φώναξα δυνατά 

κι ο θεός υποκλίθηκε στη λέξη 

και τίποτα δε μένει να με σώσει.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Είναι χρόνια

Είναι χρόνια που ξεπροβοδώ την μάνα 

και το ταξίδι όλο παράταση παίρνει 

και δε ξέρω αν πρέπει να γελώ ή να κλαίω 

στη μοναξιά που έρχεται ένα μαχαίρι κρύβω 

στη μοναξιά που έρχεται έχω υποχρέωση δυο γλάστρες να ποτίζω.

Αυτό που φοβάσαι

Αυτό που φοβάσαι 

τι να είναι 

στο κόκκινο μάτι της σελήνης  

στο λευκό των άστρων χρώμα

τόσα τραγούδια άκουσες αυτή την ώρα να τραγουδήσεις

μα δε θυμάσαι και σιωπαίνεις τρέμοντας απ' το φόβο

όλα χαμένα ακόμα κι αυτοί οι τελευταίοι λες στίχοι

μόνο σιωπή κι υποδέχεσαι 

αυτό που φοβάσαι.  

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ξανάρθαν τα σύννεφα


 

Σα μετεωρίτης που καίγεται

 Σα μετεωρίτης που καίγεται απ' το οξυγόνο η τύχη μου 

σαν ήλιος που καίγεται μέσα στο κενό του σύμπαντος η αγάπη 

σαν ανοιχτός τάφος η σιωπή προσμένει τη λέξη

σαν από πένθος βαρύ το μαυροντυμένο σώμα 

χάνεται μέσα στο πλήθος της πόλης 

αργοπεθαίνοντας τ' απογεύματα στα ηλιοβασιλέματα με μάτια κλειστά 

ανοίγω τα μάτια κι είναι νύχτα πια 

είμαι σε ξένο τόπο και τα μάτια κάποιου άλλου 

κάποιου που έφυγε πριν χρόνια 

με μια γλάστρα που τον βρήκε στο κεφάλι 

με μια αγάπη που ήταν η μόνη 

με μια λέξη που δεν πρόλαβε να πει. 

Αν πιείς απ' τα χέρια μου νερό

 Αν πιείς απ' τα χέρια μου νερό θα 'ναι φαρμάκι 

τρύπα μου το δέρμα και πιες το καλύτερο ναρκωτικό 

των σχιζοφρενών το θάμα.

Η γυναίκα έχωνε καρφίτσες

 Η γυναίκα έχωνε καρφίτσες στ' ομοίωμα του άνδρα 

"πάει πια πέθανε" είπε η μάγισσα 

τώρα τον κοιτά που στέκει παγωμένος κοιτώντας άστρα 

έναν άνδρα που μπορούσε ν' αγαπήσει 

νέα νύχτα νέο φεγγάρι νέος μήνας 

κι οι καμπάνες πένθιμα χτυπάν 

"πάει πια πέθανε" είπε η γυναίκα 

και γύρισε απ' την άλλη να συνεχίσει τον ύπνο.